Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία: Οδός Θεμιστοκλέους

Δρόμοι της Καλαμάτας που τους διασχίζουμε καθημερινά. Έχουμε αναρωτηθεί πότε όμως που οφείλουν το όνομα τους; Σε αυτή τη σειρά δημοσιεύσεων θα επιχειρήσουμε να αποτυπώσουμε σε μεγάλο ποσοστό τον χάρτη των οδών της πόλης, ερμηνεύοντας τα ονόματα τους, τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις είναι εύκολο και σαφές να εξηγηθούν αλλά σε άλλες είναι ιδιαίτερα δύσκολη και μπερδεμένη η ερμηνεία τους.

Ακόμη και σε επίσημα έγγραφα του Δήμου δεν διευκρινίζεται επακριβώς η προέλευση της ονοματοδοσίας ορισμένων δρόμων. Επίσης, ορισμένοι δρόμοι έχουν αλλάξει όνομα στο πέρασμα του χρόνου, κάτι το οποίο παραμένει άγνωστο στους περισσότερους από εμάς. Τέλος, είναι σύνηθες το φαινόμενο ένας δρόμος να έχει ένα όνομα το οποίο να παραπέμπει σε πολλά πρόσωπα ή γεγονότα, ως αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλαπλές ερμηνείες για την ονοματοδοσία του.

Παρακάτω θα μιλήσουμε για την οδό Θεμιστοκλέους. Ακολουθεί, λοιπόν, η προέλευση του ονόματος του εν λόγω δρόμου:

Αφιερωμένη στον μεγάλο Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό, Θεμιστοκλή του Νεοκλέους που έζησε το (527 π.Χ. έως και το 459 π.Χ.). Από την παιδική του ηλικία εμφανίστηκαν τα πνευματικά προσόντα με τα οποία τον είχε προικίσει η φύση. Ο δάσκαλός του συνήθιζε να λέει: «εσύ, παιδί μου, δεν θα γίνεις καθόλου κάτι μέτριο, αλλά οπωσδήποτε κάτι μεγάλο, ή καλό ή κακό».

Όταν ο Θεμιστοκλής ενηλικιώθηκε και άρχισε να ασχολείται με την πολιτική, κατάφερε να πείσει τους Αθηναίους πως η χερσόνησος του Πειραιά έπρεπε να γίνει η βάση της ναυτικής δύναμης των Αθηνών και επιπλέον να τους πείσει και για την ανάγκη περιτείχισης, παρά την εναντίωση του Μιλτιάδη. Και όχι όρμος του Φαλήρου που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε για εμπορική επικοινωνία.
Μετά την μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ., ενώ οι Αθηναίοι πίστευαν πως απαλλάχθηκαν από την περσική απειλή, ο διορατικός Θεμιστοκλής θα προβλέψει ότι οι Πέρσες θα επανέλθουν και πως τελικά ο αγώνας θα κρινόταν στη θάλασσα. Θα καταφέρει να τους πείσει να ναυπηγήσουν καράβια (τριήρεις). Όντως μετά από 10 χρόνια το (480 π.Χ), οι Πέρσες με βασιλιά τον Ξέρξη θα επιστρέψουν ζητώντας από τους Έλληνες γη και ύδωρ.

Η μεγάλη κομβική στιγμή θα κριθεί στην ναυμαχία της Σαλαμίνας, όπου εκεί θα αναδειχθεί η στρατιωτική ιδιοφυία του Θεμιστοκλή. Έχοντας με τα κόπων και βασάνων, καταφέρει να πείσει τους Έλληνες ότι η ναυμαχία πρέπει να γίνει στο στενό θαλάσσιο πέρασμα μεταξύ Σαλαμίνας και Αττικής, καθώς τα μικρότερα καράβια των Ελλήνων υπερτερούσαν έναντι των μεγάλων σε μέγεθος Περσικών πλοίων. Η ναυμαχία που τελικά διεξήχθη στα στενά της Σαλαμίνας, είχε το γνωστό αποτέλεσμα, με πρωτεργάτη τον πανούργο Θεμιστοκλή. Όμως, κατά τη γιορτή των επινικίων, καμία πόλη δεν τον τίμησε, εκτός από μία, την Σπάρτη που έπραξε το καθήκον της, όταν την επισκέφτηκε ο νικητής της Σαλαμίνας, (δημόσια τον στεφάνωσε και του δώρισε άρμα πολυτελές το οποίο συνόδευσαν τιμητικά μέχρι τα όρια της)!

Η δόξα του ήταν τεράστια, αρκεί να αναφέρουμε πως, κατά την επίσκεψή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όλοι οι θεατές λησμόνησαν τους αγωνιζόμενους και όλοι είχαν στρέψει τα βλέμματά τους στον ήρωα της Σαλαμίνας. Δυστυχώς ο αυταρχικός του χαρακτήρας και η ζήλεια των πολιτικών του αντιπάλων, κατάφεραν να πετύχουν το 470 π.Χ. τον εξοστρακισμό του (εξορία). Αφού περιπλανήθηκε στο Άργος, την Κέρκυρα και αλλού κατέληξε στην αυλή του βασιλιά των Περσών Αρταξέρξη. Αυτός θυσίασε προς τους θεούς που του έστειλαν τον μεγάλο ηγέτη. Τόση χαρά ένιωσε, ώστε λέγεται ότι τρεις φορές στον ύπνο του αναφώνησε: «Έχω Θεμιστοκλέα τόν Αθηναίον». Επίσης έλεγε “Μακάρι οι Έλληνες να διώχνουν πάντα έτσι τους καλύτερους ανθρώπους τους”.

Οι τιμές που αποδόθηκαν στον Θεμιστοκλή από τους Πέρσες ήταν πολλές. Αλλά όταν κλήθηκε ο Θεμιστοκλής να αναλάβει τη διοίκηση του Περσικού στόλου ο οποίος θα επιτίθετο κατά του στόλου των Αθηναίων, όπως ήταν φυσικό, βρέθηκε μπροστά σε ένα συνειδησιακό δίλημμα, αποτέλεσμα του οποίου υπήρξε ο αιφνίδιος θάνατός του το 461 π.Χ, σε ηλικία περίπου 65 ετών. Ο Θουκυδίδης αναφέρει πως πέθανε από αρρώστια ή, κατά την δια δοθείσα παράδοση, πίνοντας δηλητήριο ή αίμα ταύρου. Τα οστά του τα μετέφεραν κρυφά στην Αττική. Οι συγγενείς του, εκτελώντας την εντολή του, τα έθαψαν σε βραχώδη περιοχή της ακτής, κοντά στο λιμάνι του Πειραιά.

Η ονοματοθεσία ορίζεται με την απόφαση 458/1939 του Δήμου.

Δείτε τον δρόμο στον χάρτη

Ευχαριστούμε τον Βασίλη Χρυσαΐδη για τις πληροφορίες.

Δείτε επίσης:

Elladiko