Υπάρχουν ορισμένοι τόποι στην Ελλάδα που καλύπτονται από ένα… πέπλο μυστηρίου. Τοποθεσίες με σημασία ιστορική, αρχαιολογική αλλά και μεταφυσική. Θρύλοι, περίεργες ιστορίες και μύθοι έχουν δημιουργηθεί γύρω από τις περιοχές αυτές, καθιστώντας τες αντικείμενο συζήτησης αλλά και πεδίο… έρευνας. Μια από αυτές τις περιοχές είναι και η Μεσσηνία!

H μελέτη των αρχαίων ελληνικών μύθων ήταν πάντοτε γοητευτικά ελκυστική και συνάμα εξαιρετικά γόνιμη. H αρχαία ελληνική μυθολογία έχει αναδείξει αρχέτυπα, που εξακολουθούν να αποτελούν αιτίες βαθύτερου στοχασμού και έχουν τη δύναμη να φωτίζουν την ύπαρξή μας, αφού οι πηγές του μύθου βρίσκονται στις αντιδράσεις της συνείδησης του ανθρώπου μπροστά στο άγνωστο, το οποίο θέλει να κατανοήσει.

Στα παλαιότερα χρόνια, τα χωριά και οι πόλεις της Ελλάδας, είχαν το καθένα να αφηγηθούν κάτι ξεχωριστό κάτι παράξενο.

Οι άνθρωποι πιο απλοί και «προσγειωμένοι» έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής τους, έβλεπαν καθαρά. Αν και τεχνολογικά αναπτυχθήκαμε ωστόσο οι παραδόσεις και οι ιστορίες παρέμειναν καθάριες σαν τους ανθρώπους που τις διηγήθηκαν…

Παρακάτω θα δούμε πέντε μύθους και θρύλους από τη Μεσσηνία που έχουν ενδιαφέρον και αξίζει να τις γνωρίσουμε:

Η όμορφη βασιλοπούλα της Κορώνης

Η ιστορία του κάστρου της Κορώνης, είναι σκοτεινή και στοιχειωμένη. Πριν πολλά χρόνια πήρχε μια βασιλοπούλα και κατά τις διηγήσεις των ντόπιων ήταν πανέμορφη. Και, όπως συμβαίνει συνήθως, υπήρχε και ένα βασιλόπουλο, ένας βενετσιάνος άρχοντας, που την ερωτεύτηκε και θα ερχόταν να την παντρευτεί.

Λίγο πριν φτάσει όμως, κάποιοι Τούρκοι που είχαν βάλει στο μάτι τη βασιλοπούλα παραβίασαν την πύλη, αφού πρώτα ένας από αυτούς ντύθηκε καλόγερος και μπόρεσε έτσι να μπει στο κάστρο και να ανοίξει και στους υπόλοιπους.

Ξημέρωνε η γιορτή της Αναλήψεως όταν οι Τούρκοι επιτέθηκαν στην όμορφη κοπέλα. Αυτή, μετά από πάλη κατάφερε να τους ξεφύγει και καβάλα στο άλογό της πήρε φόρα και πήδηξε στο κενό από τα ψηλά τείχη του κάστρου.

Από τότε, και κάθε χρόνο, τα ξημερώματα της Αναλήψεως, οι ψαράδες ακούν φωνές και ένα ουρλιαχτό από τα ριζά του κάστρου. Κάποιοι έχουν δει μια αρμάδα να αργοπλέει δίπλα στα τείχη με ένα βασιλόπουλο στην πλώρη που ακόμα περιμένει. Και άλλοι, στις πρώτες ακτίνες του ήλιου, είδαν να σχηματίζεται ένας φωτεινός κύκλος και από μέσα να προβάλλει μια πανέμορφη νεράιδα και να προχωράει προς το πλοίο…

Ο θρύλος του πειρατή Νικολού Σάσσαρη

Ο Νικολός Σάσσαρης ήταν από τους πιο ξακουστούς πειρατές που έδρασαν κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στη Μεσόγειο. Έμεινε γνωστός στην ιστορία ως ο «Μονόφθαλμος» επειδή ένας Τούρκος πειρατής του είχε καρφώσει το ξίφος του στο μάτι σε συμπλοκή στην Άνδρο. Ο Σάσσαρης καταγόταν από την Μάνη και είχε δεσμούς με την πόλη Σάσσαρι της Σαρδηνίας. Έτσι, πιθανότατα, προέκυψε το επίθετό του.

Τα χρόνια εκείνα η διαβίωση στην Μάνη ήταν πολύ δύσκολη λόγω της άγονης γης, έτσι ο Σάσσαρης αποφάσισε να γίνει πειρατής. Ορμητήριό του ήταν ο Μέζαπος, ο οποίος βρίσκεται στη χερσόνησο Τηγάνι, νότια της Αρεόπολης. Σήκωνε την πειρατική σημαία και ξεκινούσε την επίθεση με το πλοίο του, το οποίο είχε την ονομασία «Ζαργάνα».

Το 1748, μάλιστα, ο Liveri, πρόξενος στα Κύθηρα αναφέρει ότι στην Μάνη είχε αρματωθεί πειρατικό με μαύρη σημαία. Αφού, ο Σάσσαρης, λεηλατούσε τα καράβια, τα ρυμουλκούσε και τα πήγαινε στο λιμάνι του Οιτύλου, (που ονομαζόταν και «μικρό Αλγέρι»), για να τα πουλήσει. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί πως κατά τα χρόνια της έξαρσης της πειρατείας δόθηκε στη Μάνη από τους ξένους η ονομασία «Μεγάλο Αλγέρι», παρομοιάζοντάς την με αυτόν τον τρόπο με το Αλγέρι, το οποίο ήταν το μεγαλύτερο κέντρο δουλεμπορίου στην Βόρεια Αφρική εκείνη την εποχή.

Ο θησαυρός
Δρούσε κυρίως στην Μάνη, αλλά δεν ήθελε να μοιράζετα τα κλοπιμαία με τους κατοίκους της. Λέγεται ότι έκρυβε την λεία του στην «σπηλιά του πειρατή», την οποία μόνο εκείνος μπορούσε να προσεγγίσει. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο θησαυρός βρίσκεται ακόμη σε αυτή την σπηλιά.

Το κρυσφήγετο
Σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση, ο Σάσσαρης διέθετε και πύργο κρησφύγετο, ο οποίος έφτανε τα 16 μέτρα σε ύψος. Σήμερα τα ερείπια δεν θυμίζουν σε τίποτα την μεγαλοπρέπεια της εποχής. Στο εσωτερικό του πύργου υπήρχαν ειδικά κατασκευασμένα υπόγεια, όπου εκεί κρύβονταν οι συντρόφοι του. Μυστικοί διάδρομοι οδηγούσαν μέχρι την θάλασσα και μέσα σε σπηλιές ήταν κρυμμένες οι βάρκες, αλλά και το καράβι του πειρατή. Ο πύργος είχε κανόνια τα οποία εκλάπηκαν ή πουλήθηκαν. Κάτοικοι θυμούνται ότι εντός του πύργου υπήρχε ένα σπαθί καρφωμένο στον τοίχο που χάθηκε, καθώς το πάτωμα είχε καταρρεύσει.

Το τέλος του
Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Σάσσαρης είχε καταλάβει ένα γαλλικό πλοίο και καθώς το οδηγούσε προς την Μάνη, συναντήθηκε με δύο τουρκικά καράβια. Ακολούθησε σφοδρή συμπλοκή. Πολλοί από τους συντρόφους του είτε τραυματίστηκαν σοβαρά, είτε σκοτώθηκαν. Εκεί σκοτώθηκε και ο ίδιος από πυροβολισμό στο στήθος. Το άψυχο σώμα του δεν κηδεύτηκε ποτέ. Έμεινε για πάντα στην θάλασσα, όπως όρισε η μοίρα του. «Το Μοιρολόι του Κουρσάρου», που ερμήνευσε η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, το 1980, είναι γνωστό και τραγουδιέται ακόμη στη Μάνη.

Ο μύθος της γριάς

Σύμφωνα με αυτό το μύθο, το 16ο αιώνα στο Διαλισκάρι (περιοχή νότια της Μαραθόπολης) ετοιμαζόταν ένα μεγάλο γλέντι για κάποιον γάμο. Για τους πειρατές που είχαν κρυμμένα τα καράβια τους στη νήσο Πρώτη δεν υπήρχε καλύτερη συγκυρία για να ετοιμάσουν μια μεγάλη επίθεση. Γιαυτό και έρχονται σε συνεννόηση με μια γριά που ζούσε στον οικισμό ώστε να τους πει πότε θα γίνει το γλέντι. Η γριά φοβούμενη για την ζωή της συμφωνεί και τους ειδοποιεί την ημέρα του γάμου.

Ο κόσμος μαζεύτηκε, ο γάμος έγινε και το γλέντι ξεκίνησε. Η γριά παρατηρούσε μελαγχολική τη χαρά όλων που χόρευαν και τραγουδούσαν μη γνωρίζοντας τι θα επακολουθήσει. Ήθελε να τους προειδοποιήσει μα φοβόταν πως οι πειρατές θα την τιμωρούσαν παραδειγματικά.

Τότε της ήρθε μια ιδέα. Μπήκε στο χορό και άρχισε να χορεύει στο κέντρο τραγουδώντας δυνατά. Αλλάζοντας ελαφρώς τα λόγια του τραγουδιού ώστε να μην το καταλάβουν οι πειρατές που καραδοκούσαν προειδοποίησε τους παρευρισκόμενους για το επερχόμενο κακό.

Όσοι το κατάλαβαν έφυγαν και σώθηκαν, όσοι συνέχισαν το γλέντι συνάντησαν τα σπαθιά των πειρατών.

Το μυστικό τούνελ της Σπερχογείας

Ένας θρύλος λέει ότι στη Σπερχογεία υπάρχει ένα τούνελ που φτάνει μέχρι την Καλαμάτα στο ύψος της Υπαπαντής.

Μάλιστα σε κάποιο σημείο, αυτόπτες μάρτυρες που έχουν μπει στο τούνελ αυτό, βεβαιώνουν ότι υπάρχουν σταλακτίτες που το σχήμα τους μοιάζει με επιτάφιο!

Η στοιχειωμένη αγριελιά στη Μεσσηνία

Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ο Ιμπραήμ Πασάς, αφού προηγουμένως είχε πολιορκήσει την Τριπολιτσά, επέστρεφε με τα στρατεύματά του στην Καλαμάτα, όπου είχε το ορμητήριό του.

Στον δρόμο, όμως, αρρώστησε από υψηλό πυρετό και μην μπορώντας να προχωρήσει άλλο, αναγκάστηκε να στρατοπεδεύσει κάτω από μια δασύφυλλη ελιά, ένα πανάρχαιο ασημόδεντρο, που ήταν ξακουστό ως η «στοιχειωμένη αγριελιά».

Βλέποντας το γιγαντόκορμο δέντρο, ο Ιμπραήμ το θαύμασε και ρώτησε να μάθει την ιστορία του. Μερικοί ντόπιοι του διηγήθηκαν πως η ελιά αυτή κρατούσε από τον καιρό των αρχαίων Σπαρτιατών ακόμα. Του είπαν ακόμη ότι το αιωνόβιο τούτο δέντρο ήταν στοιχειωμένο από τα χρόνια τα παλιά και ότι όσοι επιχείρησαν μες στους αιώνες να την κόψουν και να τη μαγαρίσουν, έπαθαν μεγάλες συμφορές και τέλος, παράτησαν το σχέδιό τους.

Ο Οθωμανός Στρατάρχης, όμως, σκανδαλίστηκε και αντέταξε με πείσμα: «Εγώ θα τη σωριάσω κάτω! Πάει και τελείωσε!»

Τότε, διέταξε δυο μεγαλόσωμους Άραβες να ρίξουν καταγής το αγέρωχο δέντρο. Πήραν, λοιπόν, αυτοί τα τσεκούρια τους και άρχισαν να βαρούν αλύπητα τον πελώριο κορμό. Αλλά το σίδερο πεταγόταν πίσω στομωμένο και δεν κατάφερνε να πληγώσει ούτε τον φλοιό του. Από τον κόπο, από την αγωνιώδη προσπάθεια να ικανοποιήσουν τον αρχηγό τους, οι άντρες έπεσαν μισολιπόθυμοι.

Φλογίστηκε από τον θυμό του ο Ιμπραήμ και έδωσε εντολή να σωριάσουν βουνό τα θαμνόκλαδα γύρω από την αγριελιά και να τη λαμπαδιάσουν. Μα, οι φλόγες έζωναν το δέντρο και το τύλιγαν, δίχως ούτε να το τσουρουφλίσουν.

Από το κακό του, ο Τούρκος Πασάς αρρώστησε ακόμα περισσότερο και ο πυρετός του δεν έλεγε να πέσει. Σε τέτοια άθλια κατάσταση βρισκόταν, ασθενής και μανιασμένος, όταν παρουσιάστηκαν μπροστά του τρεις αδελφοί από την ανυπότακτη Μάνη. Ήθελαν να του μαρτυρήσουν κάτι σπουδαίο, όπως έλεγαν.

Ο Ιμπραήμ τους δέχτηκε και άκουσε τις προτάσεις τους. Του υπόσχονταν να του δείξουν έναν ανεκτίμητο θησαυρό, κρυμμένο σε μέρος που το ήξεραν μονάχα αυτοί, από οικογενειακή τους παράδοση. Θα του φανέρωναν, όμως, τον θησαυρό, με τη συμφωνία να τους διορίσει Δημογέροντες στο χωριό τους και να τους δώσει το ένα τρίτο από τα τιμαλφή.

Ο Πασάς τους κοιτούσε με επιφύλαξη και με άγρια σιωπή. Δεν πίστεψε στα λόγια τους και συλλογίστηκε να τους αποκεφαλίσει τους προδότες.

-Σας έστειλαν στο στρατόπεδό μου οι Γκιαούρηδες, για να με κατασκοπεύσετε! τους είπε απότομα.

-Όχι, Πασά μου! Όχι τέτοιο πράγμα! Αλίμονο! Να σου δείξουμε θέλουμε μονάχα πού βρίσκεται ο θησαυρός και αν δεν τον βρεις, τότε κάνε μας ό,τι θελήσεις! διαμαρτυρήθηκαν με μια φωνή οι τρεις Μανιάτες.

-Αυτό είναι δίκαιο, καλά λένε οι Ρωμιοί, πρόσθεσε ο Χότζας του στρατεύματος που παρακολουθούσε τον ζωηρό διάλογο.

-Και πού είναι κρυμμένος ο θησαυρός; ρώτησε ο Ιμπραήμ Πασάς.

-Κάτω από τούτη την αγριελιά, Πασά μου! απάντησαν οι τρεις αδελφοί.

Από το άνοιγμα της σκηνής του, ο κατάκοιτος Οθωμανός Στρατάρχης θώρησε τη στοιχειωμένη αγριελιά, που τόσο είχε εξερεθίσει την περιέργειά του και μπήκε σε καινούριες σκέψεις. Αν οι άνθρωποι εκείνοι του έλεγαν την αλήθεια; Γιατί να μη δοκίμαζε; Τι είχε να χάσει τάχατες;

-Και πού το ξέρετε εσείς; Μιλάτε γρήγορα! τους είπε θυμωμένα.

-Από τον πατέρα μας και εκείνος από τον δικό του, είπαν οι δύο από τους αδελφούς και ο τρίτος πρόσθεσε:

-Εγώ, μια νύχτα που είχε ολόγιομο φεγγάρι, τον είδα τον θησαυρό με τα ίδια μου τα μάτια. Όλο ασημένια τάλαρα. Τα είχε βγάλει για βοσκή μια μαύρη πελώρια μορφή, σαν ίσκιος και τα ξαναγύρισε κατόπιν στη φωλιά τους. Είδα τη γη να ανοίγει και να τα καταπίνει, Πασά μου!

-Αυτός είναι Σαββατογεννημένος, εξήγησαν οι δύο άλλοι Μανιάτες για τον αδελφό τους, που είχε διηγηθεί το όραμα.

-Καλά, και γιατί τόσο καιρό δε σκάβατε το χώμα για να ξεθάψετε τον θησαυρό; Περιμένατε να έρθω εγώ στον τόπο σας; αναρωτήθηκε με δυσπιστία ο Ιμπραήμ.

-Μα, χρειάζονταν πολλά χέρια, ολόκληρος στρατός. Ο θησαυρός είναι βαθιά χωμένος και η δύναμη της ελιάς αυτής απέραντη, Πασά μου, αποκρίθηκαν οι Μανιάτες.

Ο Ιμπραήμ δε δίστασε πια. Διέταξε τριακόσιους στρατιώτες του να σκάψουν σύμφωνα με τις οδηγίες των τριών χωρικών. Και έσκαβαν και έσκαβαν, δίχως ανάσα, δίχως σταματημό, όλο τον τόπο γύρω από την ακατάβλητη ελιά, αλλά δεν αντίκρισαν ούτε σημάδι από τον μυστηριώδη θησαυρό.

Ο Οθωμανός Στρατάρχης έχασε πλέον την υπομονή του και ζήτησε να εκτελεστούν οι τρεις Γκιαούρηδες, επειδή του είπαν ψέματα και επειδή ήταν σίγουρα κατάσκοποι.

Σε λίγο, τα πτώματα των τριών δύστυχων αδελφών, που η αμάθειά τους τούς έκανε να πιστέψουν έναν θρύλο, κρέμονταν από τους κλώνους της αγριελιάς.

Έπειτα από την ανθρωποθυσία αυτή, ο Ιμπραήμ αισθανόταν καλύτερα και διέταξε να συνεχιστεί η πορεία του στρατεύματός του προς την Καλαμάτα, όπου έφτασε την ίδια μέρα και όπου οι ντόπιοι Τούρκοι του έκαναν μεγάλη υποδοχή.

Η παράδοση του κρυμμένου θησαυρού κοντά στη στοιχειωμένη αγριελιά σώζεται ακόμα στα περίχωρα. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, έγιναν διάφορες προσπάθειες να έρθει στο φως ο θρυλικός θησαυρός, αλλά δε βρέθηκε το παραμικρό.

Η τελευταία ανασκαφή πραγματοποιήθηκε το 1904. Ο ιδιοκτήτης του χωραφιού, μάλιστα, μέσα στο οποίο φυόταν το εντυπωσιακό δέντρο, αναγκαζόταν να αφήνει γύρω του αρκετή ακαλλιέργητη έκταση, γιατί πήγαιναν κατά καιρούς διάφοροι θησαυροθήρες και του αναστάτωναν τα γεννήματα και τα σπαρτά.

Όταν, κατά το 1848, ο σκιώδης μοναχός Χριστόφορος Παπουλάκος, ο οποίος «για το κράτος ήταν αγύρτης, για την επίσημη Εκκλησία απόβλητος και για τις φτωχές μάζες άγιος και προφήτης», είχε περάσει και από τη Μεσσηνία, στάθηκε κάτω από το ιστορικό δέντρο και μαζί με διάφορες προφητείες του, είπε και την ακόλουθη:

«Βλέπετε αυτή την αγριελιά; Θα έρθει ο καιρός που εδώ το βουβάλι θα πνιγεί στο αίμα!»

Η προφητεία του αμφιλεγόμενου αυτού ανθρώπου αλήθεψε εν μέρει. Γιατί, στον καιρό των Οθωνικών, έγινε εκεί συμπλοκή των επαναστατών και του βασιλικού στρατού με λίγα, ευτυχώς, θύματα.

Ο θρύλος της στοιχειωμένης αγριελιάς στη Μεσσηνία βαστούσε τη μαγεία του για χρόνια μετά. Οι αγωγιάτες και οι οδοιπόροι, με την τρυφερή τους την ψυχή, την ανόθευτη, περνούσαν σιωπηλοί μπροστά της, μην τυχόν και η νεράιδα, που παραμόνευε στο λαξευτό κοίλωμα του κορμού της, πεταγόταν ξαφνικά και τους άρπαζε τη λαλιά τους.

Πληροφορίες αντλήθηκαν από messinia.mobi

Δείτε επίσης:

Elladiko