Η βραβευμένη Βρετανίδα συγγραφέας, Victoria Hislop, βρέθηκε στη Μεσσηνία την Παρασκευή 7 Ιουνίου, στην Costa Navarino, σε μια ξεχωριστή λογοτεχνική βραδιά, όπου παρουσίασε το καινούριο της βιβλίο «Ο τελευταίος χορός».

Η Victoria Hislop σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στην Οξφόρδη. Πριν γίνει συγγραφέας ασχολήθηκε με τις εκδόσεις, τις δημόσιες σχέσεις και τη δημοσιογραφία. Το πρώτο της μυθιστόρημα, «Το Νησί», παρέμεινε στην πρώτη θέση της λίστας best seller των Sunday Times επί οκτώ εβδομάδες και έχει πουλήσει πάνω από δύο εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο.  Το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει σε 23 ακόμη χώρες και σήμερα περιλαμβάνεται στη λίστα των πιο επιτυχημένων μυθιστορημάτων διεθνώς, ενώ κατατάχθηκε ανάμεσα στα 100 βιβλία που καθόρισαν τη δεκαετία.

 

Το 2007 η Victoria Hislop ανακηρύχθηκε Πρωτοεμφανιζόμενη Συγγραφέας της Χρονιάς, στα βραβεία Galaxy British Book Awards, ενώ στην πρώτη θέση των πωλήσεων ανέβηκε και το δεύτερο μυθιστόρημά της με τίτλο «Ο Γυρισμός».  Τέλος, το τρίτο της βιβλίο, «Το Νήμα», μπήκε και αυτό στη λίστα των best seller, κερδίζοντας κοινό και κριτές. Τα βιβλία της Victoria Hislop έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 30 γλώσσες σε όλο τον κόσμο.
Το καινούριο της βιβλίο, «Ο τελευταίος χορός», αποτελεί μια συλλογή διηγημάτων, δέκα έντονες ιστορίες εμπνευσμένες από την Ελλάδα, οι οποίες μέσα από τη ζωή των ηρώων, μας ταξιδεύουν στα σοκάκια της Αθήνας και στις πλατείες των ελληνικών χωριών.

 

Σε μια συνέντευξη, λίγο πριν από την παρουσίαση του βιβλίου της, με θέα το ηλιοβασίλεμα και τα καταγάλανα νερά του Ιονίου, η συγγραφέας Victoria Hislop μοιράστηκε μαζί μας τις σκέψεις της. Μια παρουσία ευγενική, φιλική, με χαρακτηριστικά το χαμόγελο, την αισιοδοξία και τα σπαστά ελληνικά που με μεγάλη προσπάθεια και πείσμα, όπως έχει δηλώσει, κατάφερε να μάθει αρκετά καλά, εντυπωσιάζοντάς μας. Μας μίλησε για το βιβλίο της, μας ανέφερε αρκετές φορές την αγάπη της για την Ελλάδα, τη σημασία της ιστορίας του κάθε τόπου και την αναγκαιότητα αυτής να αναδειχτεί και τόνισε πως η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουμε θα είναι κάτι παροδικό.

 

Το καινούριο σας βιβλίο, «Ο τελευταίος χορός», πραγματεύεται δέκα έντονα διηγήματα. Τι σας έκανε να αλλάξετε ύφος και να αφήσετε πίσω τα μυθιστορήματα με ιστορικό υπόβαθρο;

Στα μυθιστορήματά μου έχω αναφερθεί σε ιστορικά γεγονότα. Μου τραβούσαν το ενδιαφέρον να τα μελετήσω και να τα χρησιμοποιήσω, αλλά τώρα ήθελα να γράψω κάτι διαφορετικό. Ένιωσα την ανάγκη να ωθήσω τους αναγνώστες μου να περιπλανηθούν στους αθηναϊκούς δρόμους, αλλά και στις πλατείες των ελληνικών χωριών και να γνωρίσουν  την ξεχωριστή ατμόσφαιρα κάθε τόπου. Ακόμα, έπλασα ιστορίες με πολλούς ήρωες, διαφορετικούς μεταξύ τους, οι οποίοι δε θα μπορούσαν να ενταχθούν στην πλοκή ενός μυθιστορήματος. Έτσι, αποφάσισα να γράψω 10 διηγήματα, να ξεχωρίσω τους ήρωές μου σε αυτοτελείς ιστορίες.

 

Τι θέλετε να αναδείξετε μέσα από το καινούριο σας βιβλίο;

Αρχικά, θα πρέπει να αναφέρω πως κυρίως γράφω για το αναγνωστικό κοινό της Αγγλίας. Θέλω, μέσα από το βιβλίο μου, να γνωρίσουν πώς είναι η ζωή στην Ελλάδα. Ότι η ζωή δεν είναι πάντα όμορφη, δεν είναι πάντα σαν διακοπές, αλλά ότι υπάρχει και ένα άλλο κομμάτι της ζωής στην Ελλάδα. Όσον αφορά στους Έλληνες, αποτελεί έκπληξη για μένα ότι θέλουν να διαβάσουν όσα γράφω, γιατί δεν είμαι Ελληνίδα. Ίσως θέλουν να διαβάσουν ιστορίες που αφορούν τη χώρα τους, από τη ματιά μιας ξένης συγγραφέως.

 

Μπορείτε να μας πείτε κάτι που έχετε ξεχωρίσει από τον «τελευταίο χορό»;

Τον ίδιο τον τίτλο, ο οποίος ουσιαστικά είναι ο δεύτερος τίτλος του βιβλίου μου (ο βασικός τίτλος είναι: Ιστορίες εμπνευσμένες από την Ελλάδα), αλλά και ο αγαπημένος μου. Είναι κατά κάποιο τρόπο ένας ειρωνικός τίτλος, γιατί αφορά στον πρώτο χορό ενός νιόπαντρου ζευγαριού, που όμως θα είναι τελικά και για τους δύο «ο τελευταίος χορός». Ακόμα, αυτό που έχω ξεχωρίσει είναι το κομμάτι που αναφέρεται στις οικογενειακές σχέσεις εδώ στην Ελλάδα, οι οποίες διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από αυτές στη χώρα μου. Εδώ υπάρχει το αίσθημα της προστασίας, αλλά και η δυνατότητα παρέμβασης και άσκησης μεγάλης επιρροής των γονιών στη ζωή των παιδιών.

 

Η έντονη ενασχόλησή σας με μυθιστορήματα που αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα (η Σπιναλόγκα, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία) οφείλεται στην αγάπη σας για την ιστορία;

Πρώτα πρώτα, θα ήθελα να αναφέρω ότι υπάρχουν πάρα πολλοί τουρίστες στην Ισπανία και στην Ελλάδα. Και εγώ είμαι μία από αυτούς. Ερχόμαστε στην Ελλάδα για διακοπές και δε γνωρίζουμε, ουσιαστικά, τίποτα για τον τόπο που επισκεπτόμαστε και την ιστορία του. Είναι κάτι το οποίο έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Υπάρχει ένα κενό μεταξύ των τουριστών και της αλήθειας, της ιστορίας. Επίσης, στην Αγγλία, στο σχολείο, δε μαθαίνουμε ότι οι Γερμανοί ήταν στην Ελλάδα. Διαβάζουμε μόνο για την Αγγλία, τη Γερμανία, τον πόλεμο. Άρα και ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία, για παράδειγμα, ήταν μια καινούρια ιστορία για τους Άγγλους. Κι εγώ, όταν πήγα παιδί στην Ισπανία, την ίδια στιγμή που εμείς γευόμασταν τις ομορφιές της χώρας και κάναμε διακοπές, οι Ισπανοί βίωναν τη δικτατορία του Φράνκο και κάποιοι αθώοι άνθρωποι ήταν στη φυλακή. Όλο αυτό δε μπορεί να μη σε ταρακουνήσει, να μη σε συγκινήσει και να σε ωθήσει να μελετήσεις τις ιστορικές εξελίξεις και την επιρροή τους στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Όταν αποφασίζεις, όμως, να αναφερθείς σε ιστορικά στοιχεία, πρέπει να μελετήσεις διεξοδικά το αντικείμενό σου. Θέλει πάρα πολύ κόπο, υπομονή και δουλειά. Για το «Γυρισμό», για παράδειγμα, δούλευα σε μια βιβλιοθήκη για δύο χρόνια. Είναι αρκετά σκληρή δουλειά, και ιδιαίτερα για μένα που δεν είμαι ακαδημαϊκός και δεν έχω σπουδάσει Ιστορία. Παρ’ όλα αυτά, το εγχείρημα αυτό ήταν κάτι καινούριο για μένα και μου άρεσε πολύ.

 

Έχετε δηλώσει ότι η Ελλάδα είναι η ομορφότερη χώρα του κόσμου. Μάλιστα ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού σας πρότεινε να συμβάλλετε στην προώθηση της Ελλάδας στο εξωτερικό. Πώς αντιλαμβάνεστε αυτή σας την «αποστολή»;

Την Ελλάδα την αγαπώ και με χαρά δέχτηκα αυτό το ρόλο. Κάνω συγκεκριμένα πράγματα, όπως για παράδειγμα, η συμμετοχή μου σε ειδική εκδήλωση για την παρουσίαση της Πελοποννήσου, μπροστά σε tour operators και πλήθος δημοσιογράφων, που διοργάνωσε στο Λονδίνο, στις 3 Ιουνίου, η Περιφέρεια Πελοποννήσου.  Γράφω σε εφημερίδες, μιλάω για την Ελλάδα σε εκδηλώσεις στην Ελλάδα, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στη Νορβηγία, στην Κροατία. Με ρωτούν πώς είναι στην Ελλάδα σαν να είμαι ειδικός, κάτι που δεν είμαι, αλλά επειδή έξω, στη Νορβηγία για παράδειγμα, δεν υπάρχουν συγγραφείς από την Ελλάδα που ταξιδεύουν εκεί, αποτελεί ευκαιρία να γνωρίσουν κάποια πράγματα για την Ελλάδα μέσα από μένα.

 

Έχετε ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα και κυρίως με την Κρήτη. Τώρα που βρεθήκατε στη Μεσσηνία, ποιες είναι οι εντυπώσεις σας από την περιοχή μας;

Έχω δηλώσει και στο παρελθόν πως θα ήθελα να μένω το μισό χρόνο στη χώρα σας. Με την Κρήτη έχω δεθεί αρκετά, αλλά έχω επισκεφτεί πολλά μέρη στην Ελλάδα που με έχουν εντυπωσιάσει. Ο τόπος σας εδώ είναι απίστευτος. Το  φως!  Η θάλασσα! Δεν είσαι ποτέ μακριά από τη θάλασσα. Έχετε τα πάντα! Και αυτός ο συνδυασμός, θάλασσα και βουνό, δε μπορείς να τον βρεις σε πολλά μέρη στον κόσμο.

 

Αν ήσασταν ηρωίδα σε κάποιο από τα βιβλία σας, σε ποια εποχή στην ιστορία της Ελλάδας θα τοποθετούσατε τον εαυτό σας;

Στη σύγχρονη εποχή θα ήθελα να ζω, παρά την κρίση. Άλλωστε πάντα υπάρχει μια κρίση. Το έμαθα αυτό, όταν μελετούσα για «Το Νήμα».

Κάθε δεκαετία έχει μια κρίση. Ίσως οι παλαιότεροι βίωσαν πολύ χειρότερα, εμφύλιος πόλεμος, δικτατορία, πείνα, κατοχή. Ήταν πολύ χειρότερα. Η σύγχρονη κρίση θα περάσει.  Όταν βιώνεις μια κρίση ποτέ δεν ξέρεις τι πρόκειται να συμβεί. Πότε θα τελειώσει όλο αυτό. Η Ελλάδα έχει περάσει πολλά. Στην Αγγλία τα πράγματα έχουν έρθει πολύ πιο εύκολα. Όταν έρχομαι στην Ελλάδα, μπορώ να καταλάβω ότι η ζωή έχει αλλάξει. Και πραγματικά για κάποιους είναι πολύ δύσκολα. Τα πράγματα, όμως, πάντα πηγαίνουν καλύτερα. Είμαι αρκετά αισιόδοξη. Όλη η Ευρώπη μοιράζεται παρόμοια προβλήματα και τώρα αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι κάποια από τα μέτρα που παίρνουν δεν είναι απόλυτα σωστά, γι’ αυτό και ο κόσμος αντιδρά. Θα αξιολογήσουν εκ νέου τι χρειάζεται η Ευρώπη και θα προσπαθήσουν να τα κάνουν όλα καλύτερα.

 

Το πρώτο σας βιβλίο σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία, με αποκορύφωμα τη μεταφορά του στη μικρή οθόνη. Πώς επηρέασε, η επιτυχία σας αυτή, την προσωπική και την επαγγελματική σας ζωή;

Με πολλούς τρόπους άλλαξε η ζωή μου, αλλά πρώτα απ’ όλα μέσα από τα βιβλία μου και την επιτυχία που γνώρισαν στη χώρα σας, μου δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσω την Ελλάδα, να δεθώ, να την αγαπήσω, να κάνω φίλους. Πλέον έρχομαι πολύ συχνά εδώ. Η Ελλάδα είναι μέσα στην καρδιά μου.

Όσον αφορά στον επαγγελματικό τομέα, αυτό που βίωσα με επηρέασε καθοριστικά. Ήμουν δημοσιογράφος, έγραφα για γεγονότα και με τα βιβλία μου άλλαξε η δουλειά μου. Δοκίμασα ένα νέο είδος γραφής. Μελετώ, πολλές φορές ιστορικά στοιχεία, αλλά τώρα η φαντασία και η έμπνευση με καθοδηγούν.

Θα ήθελα να τονίσω, ακόμα, πως είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στην Αγγλία, παρά το ότι τα βιβλία μου πωλούνται πολύ, δε με αναγνωρίζουν, ενώ εδώ με σταματούν στο δρόμο και με αγκαλιάζουν. Ο ενθουσιασμός των ανθρώπων στην Ελλάδα με συγκινεί και με κάνει να αισθάνομαι πολύ όμορφα.

 

 

INDEVIN Creative Agency