Η ενοχή είναι γνώριμη σε όλους μας και αν και φυσιολογική, πολλές φορές καταλήγει παθολογική. Η υπέρμετρη ενοχή, οδηγεί στην παράλυση και στο χάσιμο κάθε επαφής με τον εαυτό μας. Στην υπερβολή της, πηγάζει από ένα πολύ βαθύ αίσθημα αναξιότητας και υποτίμησης του εαυτού και των αναγκών του.

Η ενοχή έρχεται και μας συναντά όταν μια συμπεριφορά μας ή επιθυμία μας έρχεται σε αντίθεση με τις ηθικές αρχές μας ή τους κοινωνικούς κανόνες, μέσα στους οποίους ανατραφήκαμε.

Νιώθουμε ενοχή για τον τρόπο που αισθανόμαστε, που σκεφτόμαστε, που φερόμαστε. Ενοχή, γιατί δεν καταφέραμε να σώσουμε εκείνη τη σχέση, εκείνη τη φιλία… Γιατί δεν καταφέραμε να σώσουμε τους άλλους. Γιατί δεν είμαστε αυτοί, που υπολογίζαμε πως θα είμαστε, στην ηλικία των τριάντα, των σαράντα, των πενήντα. Νιώθουμε ενοχές, γιατί δεν νιώθουμε ερωτευμένοι με κάποιον που μόλις μας εξομολογήθηκε τον έρωτα του. Γιατί δεν ακολουθήσαμε το πλάνο ζωής, που με τόσο ζήλο, σχεδίασαν για εμάς οι γονείς μας. Γιατί, ενώ εμείς είμαστε καλά, κάποιοι άλλοι γύρω μας υποφέρουν. Ενοχή, γιατί ακόμα δεν έχουμε καταφέρει, να ξεπεράσουμε τις ενοχές μας.

Η ενοχή μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Δεν έχει να κάνει απαραίτητα με μια πράξη μας αλλά και με κάτι που μπορεί να σκεφτήκαμε. Με κάτι που μπορεί να κάναμε, αλλά και με κάτι που δεν κάναμε αλλά που στο δικό μας μυαλό, έπρεπε να έχουμε κάνει ή να σκεφτεί.

Το ενδιαφέρον με την ενοχή, είναι ότι μπορούμε να νιώσουμε ενοχές, ακόμα και για τη συμπεριφορά κάποιου, απέναντι σε κάποιον τρίτο. Σαν να θεωρούμε τον εαυτό μας –παράδοξα- υπεύθυνο για αυτό.

Η ενοχή προκαλεί βαθύ πόνο. Γιατί μας κρατά δέσμιους –πολλές φορές ακόμα και για δεκαετίες- σε ένα παρελθοντικό παρόν. Σε μια φυλακή δικιάς μας επινόησης, φτιαγμένης από το υλικό ενός τρομερού λάθους που πιστεύουμε πως κάναμε κάποτε. Αφού δε μπορούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω και να το διορθώσουμε, καταλήγουμε να σαμποτάρουμε τον εαυτό μας μέσα από πράξεις αυτοτιμωρίας, μήπως και κάποια στιγμή επέλθει η ψυχική κάθαρση.

Τι ζητούσαν, λοιπόν, σε τι είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, πού να βρεις καιρό, έτσι έμεινα εύπιστος κι αγκάλιαζα το κρύο σίδερο της γέφυρας.

…Ενώ απ’ το βάθος, μακριά, με κοίταζε σαν ξένο η πιο δική μου ζωή. 

 Τάσος Λειβαδίτης Ενοχή

Για να μπορέσουμε να ισορροπήσουμε το συναίσθημα της ενοχής, άλλοτε χρειάζεται να συντηρήσουμε μέσα μας και εκείνο το γνώριμο συναίσθημα του θυμού και της πίκρας. Με αυτόν τον τρόπο, ίσως μπορέσουμε να δικαιολογήσουμε στον εαυτό μας τη “λάθος” μας συμπεριφορά απέναντι στους άλλους, ώστε να μη νιώθουμε συνεχώς τόσο “κακοί”. Δυστυχώς όμως, όλα αυτά τα τοξικά συναισθήματα, αργά ή γρήγορα μας αποστερούν από κάθε σωματική και συναισθηματική ενέργεια και μας οδηγούν στην κατάθλιψη. Εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτά και αβοήθητοι, αποφασίζουμε να παραιτηθούμε από την ίδια τη ζωή μας.

Οι ρίζες του συναισθήματος της ενοχής πάνε πολύ πίσω στην παιδική μας ηλικία. Ίσως τη χρησιμοποιούσαν οι γονείς μας για να μας οριοθετήσουν και για να μας κάνουν να υπακούσουμε σε αυτά που ήθελαν να περάσουν. Ίσως δεν πήραμε αρκετή άνευ όρων αγάπη όταν τη χρειαζόμασταν και για να το δικαιολογήσουμε αυτό, πείσαμε τον εαυτό μας ότι εμείς δεν αξίζαμε, ότι ήμασταν “ελαττωματικοί”, ότι εμείς δεν σταθήκαμε αρκετοί για αυτήν την αγάπη.

Η ενοχή μάς εμποδίζει στο να αποδεχτούμε τον εαυτό μας και η λύση βρίσκεται ακριβώς εκεί. Στην αποδοχή. Στην αποδοχή του ποιου είμαστε, στην αποδοχή του ότι κάναμε απλώς το καλύτερο που μπορούσαμε βάση αυτών που γνωρίζαμε τότε και των τότε συνθηκών, στην αποδοχή του ότι κανείς δεν είναι τέλειος και αυτή είναι η αλήθεια.

Επίσης, χρειάζεται να επανεξετάσουμε για ποιον λόγο νιώθουμε ενοχές. Είναι κάτι που έχει να κάνει με εμάς, με τις δικές μας αντιλήψεις και αξίες ή με αυτές των άλλων; Υπάρχει συνοχή ανάμεσα στον τρόπο που σκεφτόμαστε και τις πράξεις μας; Αν όντως καταλήξουμε ότι άθελα μας ή ηθελημένα κάναμε κακό σε κάποιον τότε πώς θα μπορούσαμε να διορθώσουμε τα πράγματα;

Ίσως ακόμα και να μπορούμε, να γράψουμε ένα γράμμα στον εαυτό μας, όπου θα έχουμε την ευκαιρία να του μιλήσουμε, όπως θα μιλούσαμε στον καλύτερο μας φίλο ή σε κάποιον που αγαπάμε πολύ.  Ίσως μέσα από αυτήν την κίνηση να μπορέσουμε να δούμε τα πράγματα πιο αντικειμενικά.

Ο δρόμος έξω από την ενοχή, προϋποθέτει συγχώρεση του εαυτού μας και μια καθαρή ματιά, μέσα και έξω μας. Γιατί, πολλές φορές, κουβαλάμε το φορτίο της ενοχής χωρίς κανένα νόημα, χωρίς καμιά χρηστική αξία. Γιατί, πολλές φορές, εθελοτυφλούμε και βιαζόμαστε να σώσουμε ανθρώπους που δεν θέλουν να σωθούν, γιατί πολλές φορές, κουβαλάμε σαν σταυρό δικό μας, τις επιλογές και τα “θέλω” άλλων. Περνάμε όλη μας τη ζωή in limbo, αδυνατώντας να προχωρήσουμε μπροστά ή να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω.  Χάνουμε τον προορισμό μας.

Η ενοχή μπορεί να χρησιμοποιηθεί θετικά για να μας βοηθήσει στη ζωή μας, μόνο όταν μας ενεργοποιεί, στο να εξελιχτούμε και να μάθουμε από τα λάθη μας.

Σε κοινωνικό επίπεδο διατηρεί μια ομοιόσταση αφού για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από το συναίσθημα αυτό, γινόμαστε πιο προσεκτικοί με τους άλλους, προσπαθούμε να τους κατανοήσουμε περισσότερο και ζυγίζουμε καλύτερα τις αποφάσεις μας. Όλο αυτό είναι καλό. Αρκεί να μην ξεχνάμε πάντα, πως το όποιο χρέος μας δεν είναι μόνο απέναντι στους άλλους, αλλά κυρίως απέναντι, στον ίδιο μας τον εαυτό.

Χαριέττα Λιακάκη

Συμβουλευτική Ψυχολόγος MSc

 Ψυχοθεραπεύτρια

Καλαμάτα

www.chariettaliakaki.gr

Ελλαδικό
Η Χαριέττα Λιακάκη είναι ψυχολόγος με σπουδές στη Μεγάλη Βρετανία και μάστερ επιστημών (MSc) στη Συμβουλευτική Ψυχολογία. Έχει κάνει επιπλέον μετεκπαίδευση στην προσέγγιση ψυχοθεραπείας Γκεσταλτ και είναι ειδικευμένη στις θεραπείες ψυχικού τραύματος EMDR, Brainspotting και CRM. Στην Καλαμάτα διατηρεί ιδιωτικό γραφείο. Άρθρα της στο Kalamata IN δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Δευτέρα.