Με αφορμή την 15η Οκτωβρίου, ημέρα εορτασμού του «Λευκού Μπαστουνιού» και την εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στην πόλη μας την Τετάρτη 16 Οκτωβρίου στο Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας, παραθέτουμε μια ιστορία γεννημένη από τις σκέψεις του Γιώργου Αγγέλη, ενός Καλαματιανού που αντιμετωπίζει προβλήματα μειωμένης όρασης. Ένα συγκινητικό κείμενο που μας μεταφέρει τον τρόπο που βιώνουν την καθημερινότητά τους άτομα με προβλήματα όρασης, που μας προβληματίζει σχετικά με τις δυνατότητες προσβασιμότητας και αναδεικνύει τη σημασία να δώσουμε στα άτομα αυτά την ευκαιρία να ζήσουν τη ζωή που τους αξίζει.
Ένιωσα να ξυπνάω. Ναι… όχι… τελικά ναι. Άνοιξα τα μάτια μου, όχι δηλαδή πως έπαιζε και κανένα ρόλο αυτό, αλλά έγινε ασυναίσθητα. Άρχισα να συντονίζομαι σιγά-σιγά με το περιβάλλον της πραγματικότητας. Η καλύτερα, με αυτό που αντιλαμβάνομαι ως πραγματικότητα. Μπλιαξ! Άρχισα πάλι τις φιλοσοφίες. Τέλος πάντων. Άπλωσα το δεξί μου χέρι πάνω στο κομοδίνο, ψάχνοντας το επιτραπέζιο ηλεκτρονικό ρολόι. ΤΑΚ… ΣΣΣΣΣ… ΜΠΑΦΚΑΚΤΑΚ! Με το μικρό δάχτυλο είχα χτυπήσει το ρολόι στέλνοντάς το στο πάτωμα. Δυσανασχετώντας πέταξα μια βρισιά. Ανασηκώθηκα στο κρεβάτι. Ύστερα έσκυψα στην άκρη του κρεβατιού, προκειμένου να αρχίσω τη ψηλάφηση στο πάτωμα, εκεί που αντιλήφθηκα πως βρισκόταν το ρολόι. Τέντωσα το σώμα μου λίγο περισσότερο, γέρνοντάς το ταυτόχρονα προς το πάτωμα και… ΓΚΟΠ! Το δεξί μέρος του κούτελού μου, χτύπησε σαν μπάλα ποδοσφαίρου στο δοκάρι, στην άκρη του κομοδίνου. Απ’ το στόμα μου πετάχτηκαν ένα πνιχτό βογκητό πόνου, παρέα με αρκετά μπινελίκια. ΤΣΑΝΤΙΛΑ! Ύστερα άπλωσα πιο πολύ το χέρι μου και τα δάχτυλά μου επιτέλους το άγγιξαν. Με τη πτώση, κύλισε μια-δυο φορές και στάθηκε ξανά όρθιο. Τότε με ένα εκδικητικό χαμόγελο, που είχα αιχμαλωτίσει στο χέρι μου το ρολόι σαν ποντικό, πάτησα το κουμπί στο πάνω μέρος του, για να μου εκφωνήσει την ώρα. Το συγκεκριμένο μπιχλιμπίδι ποτέ μου δεν το χώνεψα, αλλά αν δε βλέπεις χρειάζεται καμιά φορά. ΚΛΙΚ! Το χέρι μου έμεινε μετέωρο μετά το πάτημα, από αυτό που είχα ακούσει. Μια γυναικεία φωνή, που μου θύμισε αρκετά τη φωνή της μάνας μου, βγήκε απ’ το ηχείο του ρολογιού και με χτύπησε «κατάμουτρα»!
Τι έγινε Κώστα; ακόμα να σηκωθείς;
-ΟΡΙΣΤΕ;
Μονολόγησα μένοντας για λίγα δευτερόλεπτα άναυδος. Το άρπαξα και το έβαλα ξανά στο κομοδίνο.
-Η εγώ τρελάθηκα ή μάνα μου είναι στο ρολόι!
Είπα και πάτησα ξανά το κουμπί. Η φωνή της μάνας μου ακούστηκε τώρα πιο αυστηρή.
Άσε τις ανοησίες και σήκω επάνω! Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Λευκού Μπαστουνιού και δεν πρέπει να λείπεις απ’ τη γιορτή!
Πάει κάηκα, σκεφτόμουν. Οι γείτονες θα άρχιζαν να το συζητούν. Δεν άντεξε το καημένο το παιδί που τυφλώθηκε και του σάλεψε.
-Λοιπόν για να εξηγούμαστε. Θα σε πατήσω και θα μου πεις την ώρα!
Μα τι κάθομαι και κάνω, μιλάω με το ρολόι; Ναι, μιλάω με το ρολόι. Εντάξει… κατάλαβα. Η μάνα μου, σε συνεργασία με τον συγκάτοικό μου, μου κάνουν φάρσα!
–Εντάξει σας κατάλαβα! Τέλος τώρα το αστείο.
Φώναξα και περίμενα να πεταχτούν και οι δυο τους μέσα στο δωμάτιο, καθησυχάζοντάς με κι ότι ήταν απλά ένα αστείο. Κανείς όμως απ’ τους δυο δεν ακούστηκε. Σηκώθηκα απότομα και έπιασα το κινητό μου, που ήταν στο γραφείο του υπολογιστή, σε συγκεκριμένο σημείο. Πάτησα τα πλήκτρα ξεκλειδώματος του πληκτρολογίου και αμέσως μετά, πάτησα τα πλήκτρα για να μου εκφωνήσει την ώρα.
Ξεκλείδωμα πληκτρολογίου. Η ώρα είναι 11:10 πμ. Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Λευκού Μπαστουνιού! Ελπίζω να μη το ξέχασες Κώστα; Όλοι είναι απέναντι στη πλατεία και σε περιμένουν.
Κι αυτή ήταν η φωνή του πατέρα μου. Και τυφλός και τρελός πάει πολύ. Εντάξει, δεν ήμουν ποτέ κοινωνικός τύπος, αλλά μου αρέσει η μοναξιά. Έχω τον υπολογιστή μου, που μπορώ να κάνω αρκετά πράγματα με αυτόν, έχω φίλους και καμμιά γκομενίτσα να παίζει που και που. Εντάξει το παραδέχομαι. Δεν συμβιβάστηκα ποτέ με το έξω, αλλά δεν φταίω και απόλυτα εγώ. Εκείνη τη στιγμή ένα ρυθμικό τακ-τακ, άρχισε να έρχεται προς το μέρος μου.
-Ποιος είναι;
Ρώτησα, ενώ το τακ-τακ συνέχιζε να με πλησιάζει ακάθεκτο.
-Ότι κι αν είσαι, όποιοι κι αν είστε, δεν θα παίξετε άλλο μαζί μου.
Η φωνή μου έβγαινε με vibrato που βγάζει κάποιος γραφικός, παράφωνος, συμμετέχων στο X-FACTOR. Το τακ-τακ, ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Μια μεταλλική ψιλή φωνή ακούστηκε, σαν να μιλάει κάποιο παιδί μέσα από έναν λεπτό σωλήνα.
Πάντα με φοβόσουν και με μισούσες. Ποτέ σου δε με δέχτηκες ρεαλιστικά. Με έχεις αφήσει σε μια γωνιά να με τρώει η σκόνη κι ας ξέρεις πως δε μπορείς χωρίς εμένα. Δε νομίζεις πως είσαι πολύ εγωιστής;
-Ποιος είσαι εσύ;
Του είπα φτύνοντας τις λέξεις. Με ένα τόνο απογοήτευσης, η φωνή συνέχισε.
Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα με αναγνώριζες. Ίσως και να ‘σαι ο μοναδικός στον κόσμο που δεν αναγνωρίζει το μπαστούνι του. Σήμερα όμως θα ξανασυστηθούμε. Καταρχήν, να σε ενημερώσω πως αυτά που ήξερες, έχουν αλλάξει. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Γι’ αυτό θέλουν να γιορτάσουν μαζί μας αυτή την αλλαγή. Βγες στο μπαλκόνι και αφουγκράσου απέναντι τη πλατεία.
Κινήθηκα προς τη μπαλκονόπορτα και μόλις έφτασα, την άνοιξα και βγήκα έξω. Το μπαστούνι μου με ακολούθησε και χώθηκε στη παλάμη μου. Τότε από τη πλατεία, ακούστηκαν εκατοντάδες ζητωκραυγές. Μια φωνή με στόμφο πολιτικού βγήκε πάνω από τις άλλες, θυμίζοντας προεκλογική συγκέντρωση.
Να φίλες και φίλοι. Ο αγαπητός μας φίλος Κώστας, είναι εδώ. Δεν φοβάται πια γιατί ξέρει. Ξέρει πως αλλάξαμε την πόλη γι’ αυτόν. Τώρα φίλε Κώστα, η πόλη είναι δικιά σου.
Δυνατές ζητωκραυγές γέμισαν ξανά τα αυτιά μου. Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, η φωνή συνέχισε.
Φώναζες φίλε Κώστα, πως σε ρίξαμε σε μια πόλη που δεν ήταν προσβάσιμη για σένα. Φώναζες πως ήμασταν ανίκανοι να σου δώσουμε ίσες ευκαιρίες. Φώναζες πως δεν φτάνει η φωνή σου σε εμάς. Φώναζες γενικώς. Ήξερες πολύ καλά πως αν το θέλαμε…
Η χροιά της φωνής άλλαξε και έγινε πιο τραχιά και σκοτεινή.
…θα μπορούσαμε να σε γράψουμε κανονικά, γιατί ξέρεις πως δεν έχουμε ενδοιασμούς να το κάνουμε αυτό. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να σε κοροϊδεύουμε, λέγοντάς σου πως είσαι και εσύ χρήσιμος, ενώ δεν θα το πιστεύαμε…
Η φωνή έρχεται και πάλι όπως και πριν, με μεγαλύτερο στόμφο και ένταση αυτή τη φορά.
Αλλά φίλε Κώστα, σου λέμε πως σε νιώσαμε, και ναι, χάρη σε αυτή τη μέρα όλος ο κόσμος κατάλαβε ποιος είσαι.
Οι ιαχές γέμισαν και πάλι τα αυτιά μου. Η φωνή συνέχισε.
Βγες και κατάκτησε αυτή τη πόλη.
Μανιασμένες ζητωκραυγές, γεμίζουν τη πλατεία, τις γειτονιές, ολόκληρη την πόλη. Κλείνω τα μάτια μου. Σφίγγω στο χέρι το μπαστούνι μου. Τώρα ξέρω πως μέσα μου, σίγουρα κάτι έχει αλλάξει. Οι ιαχές άρχισαν να σβήνουν σιγά-σιγά. Ένιωσα να ξυπνάω. Ναι… όχι… τελικά ναι. Άνοιξα τα μάτια μου, όχι δηλαδή πως έπαιζε και κανένα ρόλο αυτό, αλλά έγινε ασυναίσθητα. Άρχισα να συντονίζομαι σιγά-σιγά με το περιβάλλον της πραγματικότητας. Η καλύτερα, με αυτό που αντιλαμβάνομαι ως πραγματικότητα.

















