Τον 19ο αιώνα ένας σημαντικός Αμερικάνος λογοτέχνης, ο Λονγκφέλοου είχε χαρακτηριστικά αποκαλέσει τη μουσική ως την «παγκόσμια γλώσσα της ανθρωπότητας». Διαβάζοντας στο ΒΗΜΑ science βλέπουμε ότι μια νέα έρευνα δείχνει ότι η μουσική επιδρά καθολικά στους ανθρώπους αγνοώντας την διαφορετικότητα.

Ερευνητές ταξίδεψαν στα βάθη της κεντρικής Αφρικής για να συναντήσουν τη φυλή Μπενζελέ των Πυγμαίων. Μια απομονωμένη φυλή που ζει χωρίς ηλεκτρισμό, ραδιόφωνο ή τηλεόραση. Σκοπός τους ήταν να συγκρίνουν τις αντιδράσεις τους στο άκουσμα της μουσικής, με αυτές των σύγχρονων μοντέρνων ανθρώπων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έβαλαν τους Πυγμαίους να ακούσουν 19 μουσικά αποσπάσματα διάρκειας 30 έως 90 δευτερολέπτων και κατέγραψαν τις αντιδράσεις τους, κάνοντας το ίδιο ακριβώς με μια ομάδα Καναδών που ζουν στο Μόντρεαλ.

Επειδή όλα τα μέλη της συγκεκριμένης φυλής Πυγμαίων τραγουδούν τακτικά σε διάφορες τελετουργίες, οι ερευνητές περιέλαβαν στην ομάδα των καναδών εθελοντών ερασιτέχνες ή επαγγελματίες μουσικούς. Αν και οι δύο ομάδες φάνηκαν να αντιδρούν διαφορετικά, υπήρξε «ομοφωνία» τόσο σε υποκειμενικό- ψυχολογικό- όσο και σε αντικειμενικό -σωματικό- επίπεδο στο αν η μουσική δρούσε διεργερτικά ή χαλαρωτικά.

Τα μουσικά κομμάτια που άκουσαν και οι δύο ομάδες ήταν κυρίως από την κλασική ορχηστρική μουσική (Μπραμς, Λιστ, Μέντελσον κ.α.)  και αποσπάσματα από γνωστές κινηματογραφικές ταινίες (όπως ο «Πόλεμος των Άστρων», η «Λίστα του Σίντλερ» και το «Ψυχώ») για να προκληθούν διαφόρων ειδών συναισθήματα. Άκουσαν επίσης και αποσπάσματα της  μουσικής των Πυγμαίων που ήταν πολυφωνικά που είχαν δημιουργηθεί για να κατευνάσουν τον θυμό ενός ενήλικα, το κλάμα ενός μωρού, να ανακουφίσουν τον πόνο του θανάτου κ.α.

«Η μεγάλη μας ανακάλυψη είναι ότι οι ακροατές από πολύ διαφορετικές ομάδες ανθρώπων αντέδρασαν με παρόμοιους τρόπος ως προς το αν η μουσική τούς ηρεμούσε ή τούς διέγειρε» δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής Χάουκε Έγκερμαν. Όπως είπε, οι άνθρωποι φαίνονται να αντιδρούν παρόμοια στον ρυθμό της μουσικής, στον τόνο της και στο ηχόχρωμά της.

Η βασική διαφορά μεταξύ Πυγμαίων και Καναδών ακροατών ήταν ότι οι δεύτεροι δήλωσαν πως ένιωθαν μεγαλύτερο εύρος συναισθημάτων, θετικών και αρνητικών, όταν άκουγαν τη δυτική μουσική, από ότι οι Πυγμαίοι, όταν άκουγαν είτε τη δυτική είτε τη δική τους μουσική. Αυτό πιθανώς οφείλεται, κατά τους επιστήμονες, στο ότι η μουσική παίζει διαφορετικό ρόλο στην κουλτούρα ενός Δυτικού από ότι στην κουλτούρα ενός Πυγμαίου. Επίσης έγκειται στο ότι τα εκφραστικά μέσα του δυτικού ανθρώπου είναι σαφώς πιο πλούσια από μιας απομονωμένης φυλής ή ότι ακόμα ο δυτικός άνθρωπος είναι πιο ακριβής, πολύπλοκος, “εξειδικευμένος” από έναν άνθρωπο των Πυγμαίων, που εκλαμβάνει τη ζωή με απλότητα.

Η ερευνήτρια Ναταλί Φερνάντο, που μελετά την μουσική των Μπενζελέ εδώ και δέκα χρόνια δήλωσε ότι τα αρνητικά συναισθήματα διαταράσσουν την αρμονία του δάσους στην κουλτούρα των Πυγμαίων, γι’ αυτό θεωρούνται επικίνδυνα. Αν ένα μωρό κλαίει, οι Μπενζελέ θα τραγουδήσουν ένα χαρούμενο τραγούδι, ενώ το ίδιο θα κάνουν και όταν οι άνδρες φοβούνται να πάνε για κυνήγι.

Γενικά, η μουσική χρησιμοποιείται στην κουλτούρα τους για να εξοβελίσει όλα τα αρνητικά συναισθήματα, έτσι δεν φαίνεται παράξενο να αισθάνονται πως όλη η μουσική που ακούνε τους κάνει να νιώθουν απλώς ωραία. Αντίθετως, στη Δύση οι άνθρωποι συχνά ακούνε μουσική που μπορεί να τους αγχώνει, να τους φοβίζει και γενικά να τους δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα.

INDEVIN