Αισθάνεται αμήχανα όταν την αποκαλούν “ποιήτρια”… κι όμως, θεωρείται η μεγαλύτερη Ελληνίδα εκπρόσωπος του λογοτεχνικού αυτού είδους. Φοβάται τον χρόνο και τον θάνατο… κι όμως, απουσία, θάνατος, χρόνος, απώλεια κυριαρχούν στην ποίησή της. Δεν την απασχολεί τι θα γίνουν τα ποιήματά της όταν πεθάνει, δεν την ενδιαφέρει τι θα συμβεί όταν εκείνη δεν θα ζει… κι όμως, το όνομά της μαζί με την ποίησή της έχουν περάσει ήδη στην “αθανασία”. Ο λόγος, φυσικά, για την Κική Δημουλά. Χωρίς προσφωνήσεις, χωρίς επεξηγήσεις, χωρίς προσδιορισμούς.

Η Βασιλική Ράδου, πατρικό όνομα της Κικής Δημουλά, γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου του 1931.  Με δυο γονείς από τη Μεσσηνία και με τη μητέρα της, συγκεκριμένα, γεννημένη στη Μεσσήνη, δεν θα μπορούσε να μην αναφερθεί η μεσσηνιακή καταγωγή της.  Το 2012, άλλωστε, ανακηρύχθηκε επίτιμη δημότης Μεσσήνης και τιμήθηκε με το χρυσό κλειδί της πόλης.

“…πῶς ἀγαπᾶς νυχτιάτικα τὸν ἄλλον χωρὶς νὰ τὸν ρωτήσεις. Ἄκου προστακτικὴ φωνὴ ἦταν ὁ ἔρωτας πρὶν ἀνακαλυφθεῖ ἡ ἱκεσία.”

Η μητέρα της νοικοκυρά και ο πατέρας της υπάλληλος, άνθρωποι που δεν είχαν σχέση με την τέχνη, την επηρέασε, όμως, ο αδελφός της μητέρας της, ο οποίος ήταν δικηγόρος και η γνωριμία της με τον Άθω Δημουλά όταν ήταν ακόμη κοριτσάκι, υπήρξε καθηγητής της στα μαθηματικά.

“Κάθε φιλί αποτελείται εξολοκλήρου από τον κίνδυνο να ’ναι το τελευταίο. Διαρκές είναι μόνο εκείνο το φιλί που ουδέποτε εδόθη…”

Ως ανώτερες σπουδές, άλλωστε, η ίδια δηλώνει… τη μακρά ζωή της κοντά στον ποιητή και σύζυγό της, Άθω Δημουλά. Συγκεκριμένα αναφέρει: “Χωρίς εκείνον, είμαι σίγουρη ότι θα είχα  αρκεστεί σε μια ρεμβαστική, αμαθή τεμπελιά, προς την οποίαν, ίσως και σοφά, ακόμα ρέπω. Του οφείλω το λίγο έστω που της ξέφυγα, την ατελή έστω μύησή μου στο τί είναι απλώς φωνήεν στην ποίηση και τι είναι σύμφωνον με την ποίηση, του οφείλω ακόμα την πικρότατη δυνατότητα να μπορώ σήμερα, δημόσια, να τον μνημονεύω εις επήκοον της πολυπληθούς  λήθης”.

“…Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ, όλη τη νύχτα ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος, αξημέρωτος ήχος, αξημέρωτη ανάγκη εσύ, βραδύγλωσση βροχή, σαν πρόθεση ναυαγισμένη-κάτι μακρύ να διηγηθεί και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ”

Ο Άθως Δημουλάς (1921-1986) εργαζόταν ως πολιτικός μηχανικός στους Ελληνικούς Σιδηροδρόμους. Το  ζευγάρι παντρεύτηκε το 1954 και απέκτησαν μαζί δύο παιδιά, τον Δημήτρη και την Έλση. Έζησαν μαζί για 30 περίπου χρόνια μέχρι που ο θάνατος τους χώρισε.

“Ο φόβος, όνομα ουσιαστικόν, στην αρχή ενικός αριθμός και μετά πληθυντικός: οι φόβοι. Οι φόβοι για όλα από δω και πέρα…”

Το 1949, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, υπέκυψε εύκολα, όπως έχει εκφράσει, στο «πρέπει να εργαστείς» και έτσι εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος επί 25 χρόνια, έως το 1974, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Επιπλέον, για μια οκταετία εργάστηκε αποσπασμένη στη σύνταξη του περιοδικού Κύκλος, το οποίο και εξέδιδε η τράπεζα, με λογοτεχνικό και οικονομικό περιεχόμενο. Στο εν λόγω περιοδικό δημοσιεύονταν κείμενά της.

“…Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει ―έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.”

Το 2002 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Είναι η τρίτη γυναίκα, που έτυχε αυτής της τιμής, από το ανώτατο αυτό ίδρυμα της Ελλάδας. Επιπλέον, τον Μάιο του 2015 αναγορεύθηκε επίτιμη διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Και οι διακρίσεις της δεν έχουν τέλος…

“…Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά-μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε”

Τα βραβεία της; Πολλά. Μεταξύ αυτών… Τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή “Το λίγο του κόσμου”, με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή “Χαίρε ποτέ” και με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή “Η εφηβεία της λήθης”. Το 2001 τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής από τον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο. Η Association Capitale Européenne des Littératures την βράβευσε με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας στο πλαίσιο της 5ης Ευρωπαϊκής Συνάντησης Λογοτεχνίας. Το 2010 τιμήθηκε με το “Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας” για το σύνολο του έργου της.

Kiki_Dimoula001

Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Ισπανικά, τα Ιταλικά, τα Πολωνικά, τα Βουλγαρικά, τα Γερμανικά και τα Σουηδικά.

“Είναι Πέμπτη. Αυτό δεν προσθέτει τίποτα. Είναι απόγευμα. Αυτό αφαιρεί. Είναι καιρός βροχερός. Αυτό περιπλέκει. Είσαι μόνος σου, κι αυτό προσθέτει, αφαιρεί, περιπλέκει…”

Η ποίηση της μεταγλωσσική, τόσο συγκεκριμένη όσο αφηρημένη. Ανάμεσα σε κυριολεξία και μεταφορά, ανάμεσα στην “ύπαρξη” και την “ανυπαρξία”, ανάμεσα στο “αυτό” και στο “κάποιο”. Τα θέματα που απασχολούν τα ποιήματα της περιστρέφονται γύρω από τον άνθρωπο… η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά, ο έρωτας, ο χρόνος. Και όπως η ίδια έχει αναφέρει “Δεν ξέρω αν υπάρχουν άλλα σοβαρότερα για εμένα”.

“Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους, ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς: ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει, σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη…”

Συνεπαίρνει τόσο με τα ποιήματά της όσο με τον λόγο της. Κάθε φορά που την ακούς είτε να μιλάει είτε να απαγγέλλει, χάνεσαι στις σκέψεις σου. Κάθε της λέξη και ένα ερέθισμα. Κάθε της φράση και ένας στίχος. Κάθε της παύση και ένα γιατί…

Elladiko