Η Λέττα Πετρουλάκη, έκανε γνωστό μέσω του προσωπικού της λογαριασμού στο Facebook, την ολοκλήρωση του δεύτερου “παραμυθιού τσέπης”, όπως η ίδια τα αποκαλεί, με τίτλο “Ο ερωτευμένος Μπακακίνος”.

Πρόκειται για την ιστορία ενός μικρού πεισματάρη βάτραχου, του Μπακακίνου, που περιμένει την αγάπη αγναντεύοντας τα αστέρια, κυνηγάει τα όνειρά του, είναι αλληλέγγυος και αψηφά τα κοινωνικά στάτους του πατέρα του, κυρίου Μπάκακα, όπως η καριέρα, τα χρήματα, η δόξα. Ερωτεύεται τη Λίλλη τη Σαλαμάνδρα, που είναι διαφορετική από αυτόν, της αφιερώνεται και φέρνει την ειρήνη και την ηρεμία στην κοινωνία των βατράχων και των άλλων αμφίβιων ζώων της Λίμνης.

Τα παραμύθια είναι αφιερωμένα σε όλα τα παιδιά που βιώνουν όλη αυτή την ακραία κατάσταση καραντίνας με το συναίσθημα του φόβου να κυριαρχεί σε όλα τα άλλα συναισθήματα.

Στη συνέχεια ακολουθεί το παραμύθι:

Ο ερωτευμένος ΜπακακίνοςΜια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα του Νότου πολύ μακριά από εδώ, υπήρχε ένα καταπράσινο δάσος, πολύ όμορφο. Δίπλα του, απλωνόταν μια λίμνη γεμάτη νούφαρα, κρίνα και άλλα υδρόβια φυτά. Ανάμεσα στις ρίζες τους, έχτιζαν τις φωλιές τους κάτι περίεργα ζωάκια, που δεν σταματούσαν ποτέ να τραγουδούν, να χοροπηδούν και να κολυμπούν. Ήταν μια μεγάλη κοινωνία βατράχων.

Από τις πιο σημαντικές οικογένειες των βατράχων ήταν η φαμίλια του κυρίου Μπάκακα. Καμάρωνε και φούσκωνε η κοιλιά του από περηφάνια, γιατί πίστευε ότι κατάγεται από βασιλική γενιά. Νόμιζε ότι ο προπάππος του ήταν ο μαγεμένος βάτραχος που έγινε πρίγκιπας του παραμυθιού. Είχε μεγάλα όνειρα για το μονάκριβο γιο του. Ήθελε να γίνει μεγάλος σταρ. Μαζί με την κυρία Μπακακίνα, τον πήγαινε με το ζόρι, σε όλους τους διαγωνισμούς τραγουδιού.

Ο γιος του όμως δεν αγαπούσε τα μεγαλεία και τα πλούτη ούτε τις καριέρες των καλλιτεχνών. Ήταν σεμνό και ευαίσθητο βατραχάκι. Ήθελε να μελετάει τα άστρα του ουρανού και να γνωρίσει την αγάπη με κάποια που θα ερχόταν κάποια μέρα να τον κάνει να καρδιοχτυπήσει. Ο μικρός Μπακακίνος ξάπλωνε τη νύχτα επάνω στα φύλλα από τα νούφαρα και παρατηρούσε με θαυμασμό τα άστρα. Όταν έβλεπε κάποιο πεφταστέρι έστελνε αμέσως μια μυστική ευχή. Έτσι περνούσε ο καιρός και μεγάλωνε το βατραχάκι, καρτερώντας την αγάπη.

Στο τέλος ενός καλοκαιριού, μετακόμισαν στη λίμνη διάφορα ξένα ζωάκια από μια άλλη λιμνοθάλασσα που την είχαν αποξηράνει οι άνθρωποι για να χτίσουν ξενοδοχεία.Μεγάλη αναταραχή είχαν προκαλέσει οι καινούργιοι επισκέπτες στο βάλτο των βατράχων. Φοβήθηκαν βλέπεις οι βάτραχοι, ότι οι ξένοι θα τους πάρουν τις φωλιές τους, το φαγητό τους, τη λίμνη τους. Είχε ξεκινήσει μεγάλος πόλεμος.

Τα βρε κε κεξ κουάξ κουάξ πήγαιναν κι ερχόντουσαν. Αρχηγός των βατράχων ήταν ο κύριος Μπάκακας. Μόνο το μπακακάκι δεν έδινε καμία σημασία στη φασαρία. Ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του και ονειρευόταν την αγάπη κοιτάζοντας τ’ αστέρια. Δεν αγαπούσε τους πολέμους και τα όπλα. Ούτε τους τσακωμούς με τα άλλα ζώα της λίμνης.

Ίσα – ίσα συμπαθούσε τα άλλα διαφορετικά ζωάκια που είχαν έλθει στη λίμνη του. Τα έβλεπε ταλαιπωρημένα και πεινασμένα και στενοχωριόταν. Ένα απόγευμα συνάντησε ένα περίεργο ζωάκι που είχε χρώμα ροζ με 6 τρίχινα φτερά μωβ γύρω από το κεφάλι του. Δεν έμοιαζε με βατραχάκι. Ήταν όμορφο όμως και είχε διάφανο δέρμα. Ήταν μια μικρή Σαλαμάνδρα από το Μεξικό. Την ερωτεύτηκε αμέσως. Από το χτύπο της καρδιάς του κατάλαβε πως αυτή ήταν που περίμενε τόσα χρόνια να έλθει στη ζωή του. Την πλησίασε διστακτικά και της ζήτησε να μάθει το όνομά της. Την έλεγαν Λίλλη.Της ζήτησε να την ξεναγήσει στη λίμνη του. Αυτή δέχτηκε αμέσως.

Έτσι, άρχισαν τους μεγάλους περιπάτους ανάμεσα στα φύλλα από τα νούφαρα και τα κρίνα της λίμνης. Η αγάπη σύντομα άνθισε και φούντωσε στις καρδιές των δυο ερωτευμένων. Ούτε τις πολεμικές κραυγές άκουγαν, ούτε τους τσακωμούς. Πήραν γρήγορα την απόφαση να σμίξουν για πάντα. Όμως δεν υπολόγισαν καθόλου την αντίδραση του μπαμπά του.

Ο κύριος Μπάκακας έγινε έξαλλος. _« Βρε κε κεξ κουάξ κουάξ! Ούρλιαξε! Δεν ντρέπεσαι, που θα πάρεις μια ξένη, που δε μοιάζει καθόλου με βατράχι;» «Εγώ που είχα τόσα όνειρα για σένα, να γίνεις ο πρώτος τραγουδιστής της λίμνης! να σε καμαρώνει όλη η υψηλή βατραχοκοινωνία μας! Θα με πεθάνεις, πριν την ώρα μου». κλαψούρισε!Ο Μπακακίνος όμως ήταν αγύριστο κεφάλι. Δεν υποχωρούσε με τίποτα. Ούτε στα παρακάλια, ούτε στις απειλές του πατέρα του. Πεισματάρης όπως ήτανε, του ξεκαθάρισε ότι δεν τον ενδιαφέρουν τα μεγαλεία, τα λεφτά και οι καριέρες. _«Εγώ θέλω μόνο την αγαπημένη μου Λίλη και να αγναντεύω μαζί της τα άστρα του ουρανού. Άκουσες πατέρα;;» του τόνισε. «Τη Λίλη τη Σαλαμάνδρα θα την παντρευτώ και ας μην είναι βατραχίνα σαν και μένα. Και αν δεν συμφωνήσεις, θα την πάρω και θα φύγουμε στα ξένα!».

Ο κύριος Μπάκακας έμεινε άλαλος. Δεν περίμενε ποτέ πως ο ρομαντικός και ήσυχος γιος του, θα του αντιστεκόταν τόσο πεισματικά. Κατάλαβε γρήγορα, πως η αγάπη είναι πολύ πιο δυνατή από όλα τα άλλα που του έταζε. Έτσι, ο καημένος είδε κι απόειδε, και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο μονάκριβο πεισματάρη Μπακακίνο του. Οργάνωσε λοιπόν μεγάλο γλέντι για το γάμο του. Έξι μέρες και έξι νύχτες έτρωγαν, έπιναν και τραγουδούσαν τα βατράχια, παρέα με τις σαλαμάνδρες και τα άλλα αμφίβια ζώα της λίμνης.

Ευτυχώς ο γάμος αυτός βοήθησε να βασιλεύσει η αγάπη και η ειρήνη ανάμεσα σε όλα τα ζώα. Βοήθησε να φιλιώσουν όλα και να ζήσουν μονιασμένα και ειρηνικά με αρχηγό τους τον πεισματάρη κι ερωτευμένο Μπακακίνο και τη όμορφη Λίλη την Σαλαμάνδρα. Ταξίδεψα κι εγώ εκεί και με φίλεψαν κρασί.Τρώγανε και πίνανε και όλου του κόσμου δίνανε!Αλλά ψέματα κι αλήθεια έτσι ειν’ τα παραμύθια.Η αλήθεια είναι πως όλοι εμείς ζήσαμε καλά αλλά αυτοί καλύτερα.!

INDEVIN