Ήταν η Δευτέρα 1η Ιουνίου του 1998 όταν ο 56χρονος πανεπιστημιακός, φιλόσοφος και συγγραφέας Δημήτρης Λιαντίνης επέλεξε να μετατρέψει σε πράξη σπουδαίες μελέτες χρόνων για την ζωή και τον θάνατο. Εκείνος που προέβλεπε πως έρχονται “χαλεποί καιροί” για την Ελλάδα, επέλεξε μία μυθιστορηματικών διαστάσεων εξαφάνιση κι ένα τέλος μέσα σε μια σπηλιά του Ταΰγετου.

Για τους φοιτητές του ήταν ένας σπουδαίος δάσκαλος. Ιδιοφυής. Εκρηκτικός. Ενας επιστήμονας γεμάτος ενέργεια. Για όσους τον γνωρίζουν μόνον από τα γραπτά του, παραμένει ένας σημαντικός “νεοστοχαστής” φιλόσοφος.

Αυτός ο άνθρωπος την 1η Ιουνίου του 1998 πήρε ένα ταξί από την Σπάρτη που τον ανέβασε μέχρι ενός σημείο στον Ταΰγετο κι έκτοτε δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά…

“Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα-βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου”.

Στη μοναχοκόρη του Διοτίμα είχε αφήσει ένα γράμμα.

“Διοτίμα μου,

Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα- βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης. Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι. Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού. Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι’ αυτό το έγκλημα με σκοτώνει….
Έζησα έρημος και ισχυρός.
Λιαντίνης

Τη μέρα που θα πέσω έδωσα εντολή να στεφανωθούν οι μορφές** Σολωμού στη Ζάκυνθο κ’ Λυκούργου στη Σπάρτη.”

Το χρονικό της εξαφάνισης

Ο Λιαντίνης ταξίδεψε στην Σπάρτη, άφησε το αυτοκίνητό του κοντά στη βιβλιοθήκη της πόλης και πήρε ένα ταξί με προορισμό τον Ταύγετο. Στον ταξιτζή είπε ότι θα συναντούσε κάποιους Γερμανούς στο ορειβατικό καταφύγιο του βουνού. Από εκείνη την ημέρα τα ίχνη του εξαφανίστηκαν.

Μόλις η γυναίκα του βρήκε το γράμμα, ενημέρωσε τις αρχές αναφέροντας πως φοβόταν για τη ζωή του, καθώς σκεφτόταν από καιρό τον θάνατό του. Οι αστυνομικοί έστρεψαν τις έρευνές τους στην περιοχή της Σπάρτης.
Το 1978-1979 παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και έγραψε συνολικά εννέα βιβλία. Περισσότερα στοιχεία για τη ζωή και τον θάνατο του καθηγητή μπορείτε να βρείτε στη βιογραφία του με τίτλο “Έζησα έρημος και ισχυρός” του Δ. Αλικάκου Ορειβάτες από τη Λακωνία και αστυνομικοί ανέβηκαν στον Ταύγετο, αλλά δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν.

Δύο μέρες μετά την εξαφάνισή του δύο μαθητές του στεφάνωσαν τα αγάλματα του Λυκούργου και του Σολωμού στη Σπάρτη και στην Ζάκυνθο αντίστοιχα, σύμφωνα με την επιθυμία του. Η εξαφάνιση του απασχόλησε τα μέσα της εποχής και πολλοί προβληματίστηκαν με την περίπτωσή του. Οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως ένας άνθρωπος παράτησε τη ζωή του και προετοίμασε με λεπτομέρεια, όπως αποδείχτηκε, τον θάνατό του.

“Θα πεθάνω, Θάνατε, όχι όταν θελήσεις εσύ, αλλά όταν εγώ θα θελήσω”

Το “Καταφύγιο” του Ταϋγέτου

Τον Ιούλιο του 2005, εφτά χρόνια μετά την εξαφάνισή, η σορός του Λιαντίνη βρέθηκε κοντά στην κορυφή “Προφήτη Ηλία” στον Ταύγετο.

Ο καθηγητής είχε κρυφτεί σε μια κοιλότητα του εδάφους που ήταν φραγμένη από πέτρες και ήταν αδύνατο να εντοπιστεί από τις αρχές. Το σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή το είχε εντοπίσει σε μια ανάβαση του στο βουνό το 1994.

Ο άνθρωπος που ανακάλυψε το μέρος που βρισκόταν η σορός του καθηγητή ήταν ο συγγενής του Παναγιώτης Νικολακάκος, ο οποίος οδήγησε στη σπηλιά την κόρη του με τον σύζυγό της. Ήταν ο μοναδικός που γνώριζε που βρισκόταν ο Λιαντίνης, αλλά είχε υποσχεθεί στον καθηγητή ότι δεν θα το αποκάλυπτε, έως ότου να περάσουν επτά χρόνια, όπως και έγινε.

Ο τελευταίος άνθρωπος που συνάντησε τον Λιαντίνη ήταν ένας οδηγός ταξί.

“Πού πάμε;” τον ρωτά ο οδηγός. “Στο καταφύγιο του Ταϋγέτου”. Φτάνοντας στον προορισμό τους, ο Λιαντίνης πληρώνει τον ταξιτζή, αλλά δεν τον αφήνει να φύγει αμέσως. «Κάτσε να κάνουμε ένα τσιγάρο». «Δεν καπνίζω» του απαντά εκείνος. «Δεν πειράζει, κάνε μου παρέα». Καπνίζουν αμίλητοι στην ησυχία του βουνού. Στο τέλος αποχαιρετιούνται. «Γεια σου, φίλε», του λέει εκείνος. «Μισό λεπτό, πώς σας λένε;» αναρωτιέται ο ταξιτζής. «Λιαντίνη» του απαντά ο καθηγητής και παίρνει τον δρόμο που δεν είχε επιστροφή.

Επτά χρόνια αργότερα το μυστικό του Λιαντίνη αποκαλύφθηκε μαζί με εκείνον τον φυσικό τάφο, σε υψόμετρο 2.350 μέτρων, δίπλα σχεδόν στον Προφήτη Ηλία, που είχε βρει ο ίδιος και τον είχε προετοιμάσει κατάλληλα.

Στη συνέχεια ακολουθεί ένα απόσπασμα από την αποκάλυψη του τάφου στον Ταΰγετο:

Δείτε επίσης:

Elladiko