Πολλοί είναι οι άνθρωποι που παλεύουν μια ζωή με τα κιλά τους. Θέλουν να χάσουν βάρος αλλά αυτό φαίνεται στους ίδιους ότι είναι σχεδόν αδύνατο.

Κάτι γίνεται και η ζυγαριά συνεχίζει να δείχνει κάθε φορά τα ίδια αν όχι περισσότερα κιλά και η αισιοδοξία για την επίτευξη απώλειας βάρους επισκιάζεται τελικά από την απογοήτευση και την παραίτηση.

Τί συμβαίνει όμως και πολλές φορές φαίνεται να σαμποτάρουμε την προσπάθεια μας να ακολουθήσουμε πιστά το πρόγραμμα διατροφής που βάζουμε εμείς οι ίδιοι στο εαυτό μας μόνοι ή με τη βοήθεια ενός διαιτολόγου;

Ο λόγος είναι ότι πολλές φορές το φαγητό δεν χρησιμοποιείται μόνο για να ικανοποιήσει το αίσθημα πείνας αλλά και το συναίσθημα μας. Η έκφραση «τρώει τα συναισθήματα του» δεν είναι ακριβώς μεταφορική αφού φαίνεται να προεκτείνεται και στο πρακτικό κομμάτι της πραγματικότητας μας.

Όταν λοιπόν κάποιος είναι λυπημένος, αγχωμένος,  θυμωμένος ή απλά νιώθει πλήξη ή μοναξιά, πολλές φορές στρέφεται στο λεγόμενο comfort food, στο φαγητό δηλαδή που θα τον βοηθήσει να ξεχαστεί για λίγο. Το φαγητό σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι κάτι άλλο παρα μια προσπάθεια μας, να αποφύγουμε όλα αυτά που δυσκολευόμαστε να δούμε μέσα μας και να διαχειριστούμε. Όλα αυτά που θέλουμε να κάνουμε και δεν τολμάμε. Αντί λοιπόν για παράδειγμα, να μιλήσουμε στο πρόσωπο με το οποίο είμαστε θυμωμένοι και να κλείσουμε τον «ανοιχτό λογαριασμό» που έχουμε μαζί του, αρχίζουμε να ψάχνουμε στα ντουλάπια για να βρούμε κάτι για να φάμε –και ας μη στα αλήθεια πεινάμε. Ίσως αυτό να μας κάνει –πιστεύουμε- να ξεχάσουμε, έστω για λίγο το θυμό μας.

Πώς καταλαβαίνουμε όμως πότε η πείνα μας έχει να κάνει με τη φυσική βιολογική ανάγκη του οργανισμού μας για τροφή και πότε αυτή είναι συναισθηματική;

Είναι απλό. Όταν η πείνα μας είναι συναισθηματική, χρησιμοποιούμε το φαγητό για να νιώσουμε καλύτερα. Έρχεται ξαφνικά σαν παρόρμηση η ίδεα του να φάμε κάτι, χωρίς να έχουμε βιώσει πριν, τη σταδιακή σωματική έκφραση της πείνας.

Δυστυχώς, το να χρησιμοποιούμε το φαγητό σαν έναν τρόπο αντιμετώπισης όλων αυτών των συναισθημάτων που δε μας αρέσει να νιώθουμε, είναι καταστρεπτικό για την αυτοεικόνα μας. Τη στιγμιαία ικανοποίηση που παίρνουμε τρώγοντας και μουδιάζοντας έτσι πρόσκαιρα τα συναισθήματα μας, την ακολουθούν τα συναισθήματα της ενοχής για τις θερμίδες που φορτώσαμε άδικα στο σώμα μας, της ντροπής και της αμηχανίας.

Πολύ συχνά λοιπόν στη συναισθηματική πείνα παρατηρούμε:

  • Το συναίσθημα του να βρούμε κάτι να φάμε, έρχεται ξαφνικά και η σκέψη μας κολλάει σε αυτή μας την επιθυμία.
  • Νιώθουμε την παρόρμηση να φάμε συνήθως junk food- φαγητό δηλαδή με υψηλά λιπαρά, αλάτι ή ζάχαρη.
  • Τρώμε χωρίς ενσυνειδητότητα για αυτό και πολλές φορές καταναλώνουμε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες φαγητού σε σχέση με αυτό που χρειάζεται ουσιαστικά ο οργανισμός μας – τρώμε δηλαδή αυτοματοποιημένα, χωρίς συναίσθηση του τί και γιατί το κάνουμε.
  • Μετά το φαγητό νιώθουμε βαρύ το στομάχι μας και η διάθεση μας εξακολουθεί να μην είναι και η καλύτερη. Επιπλέον νιώθουμε ντροπή και ενοχή.

Άλλοτε το φαγητό, το χρησιμοποιούμε σαν επιβράβευση μετά από μια αγχωτική ημέρα στη δουλειά ή μετά από κάτι καλό που καταφέραμε. Αυτό δεν είναι κακό απαραίτητα. Γίνεται όμως προβληματικό όταν το φαγητό καταλήγει να γίνεται ο πρωταρχικός μας μηχανισμός διαχείρισης συναισθηματων.

Μαθαίνουμε λοιπόν να τρώμε ενσυνείδητα. Πριν ανοίξουμε το ψυγείο ή πιάσουμε το φυλλάδιο για να παραγγείλουμε ακόμα μια φορά junk food, ρωτάμε τον εαυτό μας: «τώρα πεινάω στα αλήθεια ή είναι ένας τρόπος να αντιμετωπίσω την πλήξη μου, την απογοήτευση μου, το άγχος μου;».

Ύστερα, ας βρούμε άλλους τρόπους διαχείρισης των συναισθημάτων μας. Για παράδειγμα, πριν αποφασίσουμε να φάμε για να καταφέρουμε να ξεχάσουμε ό,τι μας προβληματίζει, μπορούμε να δοκιμάσουμε να πάρουμε έναν φίλο μας τηλέφωνο και να μιλήσουμε μαζί του, να πάμε στο γυμναστήριο ή να περπατήσουμε στην παραλία. Το να διαβάσουμε ένα καλό βιβλίο, να απολαύσουμε ένα ζεστό ρόφημα ή να ακούσουμε το αγαπημένο μας τραγούδι, είναι επίσης κάποιοι τρόποι που μπορούν να μας φέρουν σε επαφή με πιο λειτουργικούς τρόπους μετατροπής της πεσμένης ψυχολογίας μας. Συγχρόνως μας δίνουν και την ευκαιρία να χτίσουμε την αυτοεκτίμηση μας, αφού βλέπουμε ότι μπορούμε να κυριαρχήσουμε πάνω στις παρορμήσεις μας και να διαλέξουμε εμείς τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε απέναντι στον εαυτό μας. Επανακτούμε τον έλεγχο της ζωής μας.

Τα αρνητικά συναισθήματα όπως και τα θετικά, είναι μέρος της ζωής μας. Είναι εκεί για να μας δείξουν ότι κάτι χρειάζεται να κάνουμε διαφορετικά. Απέναντι στον εαυτό μας ή και απέναντι στους άλλους. Ας αποδεχτούμε αυτά τα συναισθήματα και ας προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τί προσπαθούν να μας πουν. Βρίσκονται εκεί για κάποιο λόγο. Ας μην προσπαθούμε να τα πνίξουμε κάτω από ποσότητες φαγητού, τις οποίες στην ουσία το σώμα μας δε χρειάζεται, για να λειτουργήσει. Όταν καταφέρουμε να κατανοήσουμε αυτά τα συναισθήματα,  όταν θα μπορέσουμε να τα τιμήσουμε, τότε θα είναι πολύ πιο εύκολο για εμάς να σταματήσουμε να σαμποτάρουμε τον εαυτό μας. Θα μπορέσουμε τότε να ακολουθήσουμε τη διατροφή που θα μας φέρει τα πολυπόθητα αποτελέσματα που θέλουμε να δούμε στο σώμα μας αλλά και στην ψυχή μας.

ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
Χαριέττα Λιακάκη
Η Χαριέττα Λιακάκη είναι ψυχολόγος με σπουδές στη Μεγάλη Βρετανία και μάστερ επιστημών (MSc) στη Συμβουλευτική Ψυχολογία. Έχει κάνει επιπλέον μετεκπαίδευση στην προσέγγιση ψυχοθεραπείας Γκεσταλτ και είναι ειδικευμένη στις θεραπείες ψυχικού τραύματος EMDR, Brainspotting και CRM. Στην Καλαμάτα διατηρεί ιδιωτικό γραφείο. Άρθρα της στο Kalamata IN δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Δευτέρα.