Πολλά οικογενειακά περιβάλλοντα χαρακτηρίζονται «δυσλειτουργικά», αφού τις περισσότερες φορές οι γονείς για περισσότερο προσωπικούς (ψυχοσυναισθηματικά προβλήματα, πρόβλημα στη συζυγική σχέση, εξάρτηση από ουσίες, τζόγο, κτλ) ή (και) για πρακτικούς λόγους (πολλές ώρες εργασίας, απαιτητικός τρόπος ζωής) δε δίνουν στα παιδια τους αυτό που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.  Συναισθηματική ασφάλεια και σταθερότητα, ώστε μέσα σε ένα κλίμα σεβασμού, αποδοχής και υγιών ορίων, να μπορέσουν να εκφράσουν τη δημιουργικότητά τους σε όλα τα επίπεδα. Να εξελιχθούν σε ψυχικά αρτιμελείς ενήλικες που θα πάρουν τη ζωή τους όταν έρθει εκείνη η ώρα στα χέρια τους.

Στις οικογένειες που παρουσιάζουν κάποια δυσλειτουργία στο σύστημά τους, υπάρχουν θέματα που δε συζητιούνται ποτέ, θέματα που χαρακτηρίζονται «ταμπού». Για παράδειγμα, η απιστία, τα προβλήματα επικοινωνίας, η αρρώστια της μητέρας, ένα διαζύγιο, το αδερφάκι με τις ειδικές ανάγκες, πολλές φορές αντιμετωπίζονται από την οικογένεια σαν κάτι που φέρνει ντροπή και αμηχανία. Τότε το «κάτω από το χαλάκι» καταλήγει μια συνηθισμένη πρακτική για να καλυφθούν όλα όσα δε συζητιούνται ποτέ ανοιχτά. Μεικτά μηνύματα που μπερδεύουν (όπως για παράδειγμα ηθικοπλαστικά κηρύγματα ενώ ο ίδιος ο γονέας φέρεται ανέντιμα στους γύρω του) αλήθειες που αποσιωπούνται και παράπονα που δεν εκφράζονται και περαιτέρω αποξενώνουν. Όλα αυτά αυτά αποτελούν στοιχεία ενός οικογενειακού συστήματος που «νοσεί».

Μέσα σε αυτό το κλίμα, τα μέλη μιας τέτοιας οικογένειας «δημιουργικά προσαρμόζονται». Μαθαίνουν να κρύβουν καλά τα συναισθήματα τους ακόμα και από τον ίδιο τους τον εαυτό, δημιουργούν άμυνες με σκοπό να διασφαλίσουν τη συναισθηματική τους επιβίωση, μαθαίνουν να εμμένουν στον πόνο, στην παραίτηση, γενικότερα συνηθίζουν  να ζουν μέσα σε μία συναισθηματική συστολή.

Όλα σίγουρα θα ήταν πολύ καλύτερα, αν οι δύο άνθρωποι που κάποτε συναντιούνται, ερωτεύονται και αποφασίζουν να προχωρήσουν στη θεμελίωση μιας οικογένειας με τον ερχομό ενός παιδιού, έχουν από πριν τακτοποιήσει τις προσωπικές τους συναισθηματικές και ψυχολογικές «εκκρεμότητες». Η σχέση με το σύντροφό μας αποτελεί τον απόλυτο καθρέφτη μας και έχει τη δύναμη να βγάζει στη φόρα τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό μας. Οτιδήποτε κρατάμε καλά κρυμμένο μέσα μας -ακόμα και από τον ίδιο μας τον εαυτό- μπορεί άνετα να βγει στο φως όταν αλληλεπιδράσουμε με έναν σημαντικό άλλον. Η καθημερινότητα με τα προβλήματα και τη ρουτίνα της σιγά σιγά φέρνει ένα συναισθηματικό μούδιασμα που εύκολα μπορεί να καταλήξει σε παγιωμένες συμπεριφορές και συγκρούσεις.

Με την έλευση ενός παιδιού τις περισσότερες φορές οξύνονται τα προβλήματα που ήδη υπάρχουν, παρά επιλύονται.  Μέσα σε ένα οικογενειακό δυσλειτουργικό περιβάλλον λοιπόν, οι ρόλοι του κάθε μέλους της οικογένειας συγχέονται, μπερδεύονται, με αποτέλεσμα το παιδί να δημιουργεί μια στρεβλή εικόνα εαυτού, μια ψευδή ταυτότητα. Τις περισσότερες φορές καταλήγει να παίρνει ένα ρόλο που δεν του αναλογεί ή και του αρμόζει, προκειμένου το οικογενειακό σύστημα να μπορέσει κάπως να λειτουργήσει. Ο «ναυαγοσώστης», ο «αποδιοπομπαίος τράγος», το «καλό παιδί», το «παιδί-γονέας» είναι μόνο μερικοί από τους ρόλους που μπορεί να υιοθετήσει ένα απελπισμένο παιδί, για το σκοπό αυτό.

Είναι τέτοιο το συναισθηματικό βάρος που κουβαλά το παιδί ενός τέτοιου μη-λειτουργικού περιβάλλοντος που δυστυχώς στην ενήλικη ζωή του συνεχίζει να το ταλαιπωρεί και να το στοιχειώνει. «Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα» λένε και όχι άδικα. Το βάρος αυτό, παραμορφώνει την όποια εικόνα έχει το παιδί –τώρα πια ενήλικας- για τον εαυτό του και αυτό μεταφράζεται σε μια δυσκολία να μπορέσει να συνάψει και ο ίδιος πια, υγιείς σχέσεις. Έρχεται να ξαναπαίξει το ρόλο του «ναυαγοσώστη» ή του «γονέα» δημιουργώντας σχέσεις συνεξάρτησης όπου μέσα σε αυτές χάνει το ελάχιστο ψυχικό απόθεμα που του έχει απομείνει.

Αν δε θελήσει μέσα από την ειλικρινή ενδοσκόπηση και ίσως μέσα από μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία, να έρθει σε επαφή με τον αυθεντικό εαυτό του και να κλείσει τους «ανοιχτούς λογαριασμούς» του παρελθόντος, κινδυνεύει να κάνει ξανά και ξανά τους ίδιους κύκλους συναισθηματικά. Διαιωνίζει με αυτόν τον τρόπο για τον ίδιο, μια δυστυχώς νοσηρή πραγματικότητα, όπου άνθρωποι και καταστάσεις έρχονται να επιβεβαιώσουν για άλλη μια φορά ένα συναίσθημα βαθιάς ντροπής και ενοχής, ότι μέσα στον πυρήνα του, πάντα ήταν «ελαττωματικός». Αυτό που όμως δεν έχει καταλάβει τελικά είναι, ότι μόνο όταν πιστέψει ότι ο ίδιος «αξίζει», θα μπορέσει να αλλάξει όλα αυτά που δεν του αρέσουν στη ζωή του και να βρει την πολυπόθητη, προσωπική του ευτυχία.

ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
Χαριέττα Λιακάκη
Η Χαριέττα Λιακάκη είναι ψυχολόγος με σπουδές στη Μεγάλη Βρετανία και μάστερ επιστημών (MSc) στη Συμβουλευτική Ψυχολογία. Έχει κάνει επιπλέον μετεκπαίδευση στην προσέγγιση ψυχοθεραπείας Γκεσταλτ και είναι ειδικευμένη στις θεραπείες ψυχικού τραύματος EMDR, Brainspotting και CRM. Στην Καλαμάτα διατηρεί ιδιωτικό γραφείο. Άρθρα της στο Kalamata IN δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Δευτέρα.