Είτε είναι οι γονείς μας, είτε οι φίλοι, ο σύντροφος μας ή ακόμα και ένα γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο, τις περισσότερες φορές προκειμένου να πάρουμε την πολυπόθητη «έγκριση» θυσιάζουμε  πολλά από τα προσωπικά μας «θέλω».

Αλλά γιατί η αποδοχή των άλλων να φτάνει να είναι τόσο σημαντική για εμάς;

Φαίνεται ότι όλο αυτό ξεκινά από την παιδική μας ηλικία. Όταν για την επιβίωση μας, εξαρτιόμασταν απόλυτα από τους γονείς μας. Αν μεγαλώσαμε με γονείς με ανοιχτό μυαλό, χωρίς να λειτουργούν οι ίδιοι με κανόνες και κουτάκια, χωρίς υπερβολική κριτική στο τί είναι σωστό και στο τί δεν είναι, τότε ήταν πολύ πιο εύκολο για εμάς μεγαλώνοντας να μάθουμε να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας.

Οι γονείς μας είναι αυτοί, που σε παιδική και εφηβική ηλικία, μας δίνουν το χώρο που χρειαζόμαστε, για να μπορέσουμε να τεστάρουμε τις δυνατότητες μας. Μέσα από τα λάθη μας και τα σωστά μας, ανακαλύπτουμε την αληθινή φύση του εαυτού μας. Είναι σημαντικό δε σε όλο αυτό το ταξίδι αυτοεξερεύνησης, να νιώθουμε ότι τους έχουμε δίπλα μας να μας στηρίζουν και να μας αποδέχονται, παρ’όλα αυτά που κάνουμε ή που δεν κάνουμε σωστά, μέσα στα δικά τους τα μάτια. Ο καθένας μας άλλωστε μαθαίνει, κυρίως από τα δικά του τα λάθη και όχι από αυτά των άλλων.

Πολλές φορές όμως, δυστυχώς, μέσα στις οικογένειες συμβαίνει το αντίθετο. Γονείς που λειτουργούν με άκαμπτους κανόνες και με μια τάση να ελέγξουν.

Ένα παιδί δυστυχώς δεν έχει την ικανότητα να κρίνει σωστά τη συμπεριφορά των γονιών του, ούτε να δει τις αντικειμενικές ελλείψεις τους. Τα θέματα τους. Για το ίδιο σημαντικότερο είναι αρχικά, να νιώσει ότι μπορεί να εμπιστευτεί αυτούς που το φροντίζουν. Αλλιώς, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, φοβάται ότι δε θα επιβιώσει. Για να μπορέσει να νιώσει την ασφάλεια που χρειάζεται λοιπόν, αναπτύσσεται ψυχοσυναισθηματικά παίρνοντας συγχρόνως πάνω του την ευθύνη, για τα κακώς κείμενα του οικογενειακού συστήματος. Είναι άλλωστε ο μόνος τρόπος, για μπορέσει να νιώσει, ότι έχει έναν έλεγχο πάνω στη συμπεριφορά των γονιών του.

Φτάνει να πιστεύει λοιπόν, ότι οι γονείς του είναι αυταρχικοί, επειδή «θέλουν το καλό του», του μιλούν άσχημα, επειδή το ίδιο το παιδί, «δε συνετίζεται αλλιώς», το περιορίζουν και επικρίνουν τις επιλογές του, γιατί αυτό «δεν είναι ικανό να κρίνει σωστά». Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί πιστεύει ότι αλλάζοντας το ίδιο, θα μπορέσει να πάρει την αποδοχή από τους γονείς του και να νιώσει έτσι ότι αξίζει να το αγαπούν.

Δυστυχώς όμως, έχοντας μεγαλώσει σε ένα τέτοιο περιβάλλον και μην έχοντας ουσιαστικά την ευκαιρία να γνωρίσει πραγματικά τον εαυτό του, φτάνει στην πόρτα της ενηλικίωσης πιστεύοντας, ότι για να βιώνει την αποδοχή των άλλων, χρειάζεται να φέρνει τον εαυτό του κάθε φορά στα μέτρα τα δικά τους.

Όλο αυτό όμως πώς μπορεί να αντιστραφεί;

Η λύση είναι να αρχίσουμε να παρατηρούμε λιγάκι περισσότερο τον εαυτό μας. Πότε νιώθουμε καλά με εμάς; Με ποιές συμπεριφορές μας; Παρατηρούμε πολλές φορές να λέμε ναι ενώ θέλουμε να πούμε όχι; Ή να λέμε όχι ενώ θέλουμε να πούμε ναι; Πώς νιώθουμε μετά; Δυστυχώς το να ζούμε ή να πράττουμε σύμφωνα με το τί θα σκεφτούν οι άλλοι για εμάς, έχει τις επιπτώσεις του στο πώς καταλήγουμε να βλέπουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Με άλλα λόγια, όταν πιέζουμε το εαυτό μας να είναι «κάπως» κάνουμε κακό στην αυτοεικόνα μας. Σταδιακά δε, χάνουμε την επαφή μας ακόμα περισσότερο σε σχέση με το ποιοί πραγματικά είμαστε και το τί χρειαζόμαστε για να νιώθουμε καλά.

Αλήθεια εσείς έχετε σκεφτεί, το πώς μετράτε την αυτοεκτίμηση σας; μήπως τη μετράτε ανάλογα του ποιά είναι η γνώμη των άλλων για εσάς; Καθρεφτίζετε τον εαυτό σας μέσα στα μάτια των άλλων; Αν η απάντηση σας σε αυτά τα ερωτήματα είναι ναι, τότε μήπως ήρθε η στιγμή να επαναπροσδιορίσετε το πώς θέλετε να ζήσετε τη ζωή σας; Θέλετε να ζήσετε για εσάς ή για τους άλλους;

Μήπως το καλύτερο τελικά, θα ήταν να δώσουμε εμείς οι ίδιοι την πολυπόθητη «έγκριση» στον εαυτό μας, να είναι αυτός που είναι; Να μείνουμε εμείς στο πλάι του, ακόμα και αν κάνει λάθος; Όταν έχουμε περάσει χρόνια να ζούμε συμφωνα με τους κανόνες των άλλων, το να αλλάξουμε τη στάση μας απέναντι στη ζωή μας όπως ήδη την έχουμε διαμορφώσει δεν είναι πάντα εύκολο. Άλλωστε όταν βασίζουμε την αυταξία μας, πάνω στο τί πιστεύουν οι άλλοι για εμάς και όχι πάνω στο τί γνωρίζουμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας, είναι σαν να στήνουμε σε εμάς, μια βαθιά παγίδα απογοήτευσης όπου αργά ή γρήγορα θα πέσουμε μέσα. Αξίζει τον κόπο; Αυτήν την απάντηση μόνο εσείς μπορείτε να τη δώσετε στον εαυτό σας.

ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
Χαριέττα Λιακάκη
Η Χαριέττα Λιακάκη είναι ψυχολόγος με σπουδές στη Μεγάλη Βρετανία και μάστερ επιστημών (MSc) στη Συμβουλευτική Ψυχολογία. Έχει κάνει επιπλέον μετεκπαίδευση στην προσέγγιση ψυχοθεραπείας Γκεσταλτ και είναι ειδικευμένη στις θεραπείες ψυχικού τραύματος EMDR, Brainspotting και CRM. Στην Καλαμάτα διατηρεί ιδιωτικό γραφείο. Άρθρα της στο Kalamata IN δημοσιεύονται κάθε δεύτερη Δευτέρα.